Η 14η Σεπτεμβρίου είναι αφιερωμένη στην Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Πρόκειται για μία από τις αρχαιότερες εορτές του εκκλησιαστικού έτους, με ρίζες στην Ιερουσαλήμ του 4ου αιώνα. Το παρόν άρθρο εξετάζει την ιστορική διαδρομή της εορτής: τις μαρτυρίες των πηγών για την εύρεση του Σταυρού, τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως, την περιπέτεια του ιερού λειψάνου στα χέρια των Περσών και την τελετή της Υψώσεως όπως τελείται σήμερα. Σκοπός δεν είναι η σωτηριολογική ανάλυση, η οποία καλύπτεται στο άρθρο «Σταυρός — η θεολογία της θυσίας», αλλά η ιστορική και λειτουργική θεώρηση της πανηγύρεως.
Η σιωπή του Ευσεβίου και οι πρώτες μαρτυρίες
Ο Ευσέβιος Καισαρείας, στον «Βίο Κωνσταντίνου» (μετά το 337), περιγράφει την ανακάλυψη του Παναγίου Τάφου κάτω από ειδωλολατρικό ναό και την ανέγερση του Ναού της Αναστάσεως. Δεν αναφέρει πουθενά εύρεση του Σταυρού ούτε συνδέει την αγία Ελένη με αυτήν. Η σιωπή αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί έντιμα: είναι επιχείρημα εξ αποσιωπήσεως, το οποίο δεν ανατρέπει την εορτή, αλλά δεν επιτρέπεται να αποκρυβεί. Ο Ευσέβιος ενδιαφερόταν πρωτίστως για τα οικοδομικά έργα του Κωνσταντίνου και ίσως δεν κατέγραψε όλες τις λεπτομέρειες της ιεροσολυμιτικής παράδοσης.
Η αρχαιότερη χρονολογημένη μαρτυρία για λείψανα του Σταυρού βρίσκεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων, στις «Κατηχήσεις» 13,4 (περίπου 348-350). Εκεί σημειώνει: «τὸ ξύλον τοῦ σταυροῦ… διαμεμέρισται ἐντεῦθεν κατὰ μέρος ἤδη τὸν κόσμον ἅπαντα πληρῶσαν». Ο Κύριλλος δεν κατονομάζει την αγία Ελένη, αλλά επιβεβαιώνει ότι ήδη στα μέσα του 4ου αιώνα τεμάχια του Τιμίου Ξύλου είχαν διαδοθεί σε όλη την οικουμένη. Η διάδοση αυτή προϋποθέτει κάποια γεγονότα ευρέσεως, έστω και αν ο ίδιος δεν τα διηγείται.
Η εύρεση από την αγία Ελένη και οι μεταγενέστερες διηγήσεις
Η αφήγηση της ευρέσεως του Σταυρού από την αγία Ελένη εμφανίζεται για πρώτη φορά σε σωζόμενο κείμενο στον Αμβρόσιο Μεδιολάνων, στο έργο «De obitu Theodosii» 46-48 (395). Ο Αμβρόσιος, στον επικήδειο για τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, αναφέρεται στην Ελένη και την εύρεση, αλλά περιορίζεται στα καρφιά και την επιγραφή, χωρίς να γνωρίζει το θαύμα της αναγνωρίσεως. Ακολουθούν ο Ρουφίνος Ακυληίας (στη συνέχεια της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσεβίου, περίπου 402-403), ο Σουλπίκιος Σεβήρος και ο Παυλίνος Νόλης (περίπου 403), ενώ τον 5ο αιώνα ο Σωκράτης Σχολαστικός («Εκκλησιαστική Ιστορία» Α΄17), ο Σωζομενός (Β΄1) και ο Θεοδώρητος (Α΄18) δίνουν πληρέστερες εκδοχές.
Το λεγόμενο «θαύμα αναγνωρίσεως», δηλαδή η θεραπεία που ξεχώρισε τον αληθινό Σταυρό ανάμεσα στους τρεις, δεν ανήκει στην αρχική μαρτυρία του Αμβροσίου. Εμφανίζεται στη μεταγενέστερη στρωμάτωση των Ρουφίνου, Σωκράτους, Σωζομενού και Θεοδωρήτου. Πρέπει να θεωρηθεί ευλαβής παράδοση και όχι ιστορικό γεγονός. Ομοίως, η συχνά επαναλαμβανόμενη χρονολογία 326 για την εύρεση είναι παραδοσιακή και κατά προσέγγιση· δεν τεκμηριώνεται σε πρωτογενή πηγή. Στη λαϊκή παράδοση εντάσσεται και ο βασιλικός που φύτρωσε στο σημείο της ευρέσεως, χωρίς όμως ιστορική βάση.
Τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως και η ημερομηνία
Ο Ναός της Αναστάσεως εγκαινιάστηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 335, στο κλείσιμο της Συνόδου της Τύρου. Η Αιγερία, στην «Περιήγησή» της (περίπου 381-384, §§48-49), περιγράφει τα «Ἐγκαίνια» ως οκταήμερη εορτή στα Ιεροσόλυμα, εφάμιλλη του Πάσχα και των Θεοφανείων. Η γειτνίαση των ημερομηνιών 13 και 14 Σεπτεμβρίου εξηγεί την καθιέρωση της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας της Υψώσεως. Στην ιεροσολυμιτική λειτουργική πράξη, η ανάδειξη του Τιμίου Σταυρού στον λαό για προσκύνηση συνδέθηκε στενά με την εορτή των Εγκαινίων, και έτσι η μνήμη της ευρέσεως και της υψώσεως απέκτησε τη δική της θέση στο εορτολόγιο.
Η περιπέτεια με τους Πέρσες και η επιστροφή
Το 614 (σε ορισμένες πηγές 613, αλλά η επικρατέστερη χρονολογία είναι το 614) οι Πέρσες του Χοσρόη Β΄ κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν τον Τίμιο Σταυρό στην Κτησιφώντα. Η αιχμαλωσία του ιερού λειψάνου ήταν βαρύ πλήγμα για τους χριστιανούς της εποχής, αφού ο Σταυρός θεωρούνταν πηγή ευλογίας και προστασίας. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, μετά τη νίκη του στη Νινευή το 627, επανέφερε τον Σταυρό. Ωστόσο, οι μελετητές διίστανται ως προς το ακριβές έτος της επιστροφής: άλλοι τοποθετούν το γεγονός στο 629 και άλλοι στο 630, ενώ ως ημέρα αναφέρεται και η 21η Μαρτίου. Η διάσταση αυτή παραμένει ανοιχτή στις πηγές και δεν πρέπει να αποσιωπηθεί.
Η Ύψωση στη σημερινή λατρεία
Η ημέρα της Υψώσεως τηρείται με αυστηρή νηστεία, ανεξαρτήτως της ημέρας της εβδομάδας. Στη θεία Λειτουργία αναγιγνώσκεται απόστολος από την Α΄ Κορινθίους 1,18-24, όπου ο λόγος του Σταυρού χαρακτηρίζεται δύναμις Θεού, και ευαγγέλιο από τον Ιωάννη 19,6-11.13-20.25-28.30-35, δηλαδή η διήγηση του Πάθους κατά την οποία υψώθηκε ο Κύριος επί του Σταυρού. Στον Όρθρο διαβάζεται το ευαγγέλιο Ιω. 12,28-36. Την Κυριακή προ της Υψώσεως αναγιγνώσκεται Ιω. 3,13-17, ενώ την Κυριακή μετά την Ύψωσιν Μάρκ. 8,34-9,1. Η επιλογή των αναγνωσμάτων υπογραμμίζει ότι ο Σταυρός δεν είναι σύμβολο ήττας αλλά δόξης και δύναμης, χωρίς να επεκτείνεται εδώ σε σωτηριολογική ανάλυση.
Το Τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας περιγράφει τελετή έπαρσης του Σταυρού σε πέντε σημεία: Ανατολή, Νότο, Δύση, Βορρά και πάλι Ανατολή, με πολλαπλές εκατοντάδες «Κύριε ἐλέησον». Στη σημερινή ενοριακή πράξη η τελετή συντομεύεται σημαντικά και ο αριθμός των «Κύριε ἐλέησον» διαφέρει από ναό σε ναό. Κατά την Ύψωση ψάλλεται το απολυτίκιο σε ήχο α΄ «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου» και το κοντάκιο σε ήχο δ΄ «Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως». Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον ποιητή ή τη χρονολογία σύνθεσης αυτών των ύμνων.
Τυπολογία και κύκλος εορτών
Η Παλαιά Διαθήκη προτυπώνει τον Σταυρό με τον χάλκινο όφι που ύψωσε ο Μωυσής στην έρημο (Αριθμοί 21,9)· ο ίδιος ο Κύριος συνέδεσε αυτή την εικόνα με τη δική του ύψωση (Ιω. 3,14-15). Ο Μέγας Αθανάσιος, στο έργο «Περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου», ομολογεί: «καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κατὰ τοῦ θανάτου τροπαίῳ, λέγω δὴ τῷ σταυρῷ, πᾶσα ἡ κτίσις ὡμολόγει».
Η εορτή της Υψώσεως εντάσσεται σε έναν κύκλο τριών εορτών του Σταυρού μέσα στο εκκλησιαστικό έτος: η Γ΄ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως), η 1η Αυγούστου και η 14η Σεπτεμβρίου. Η σημερινή πανήγυρη αποτελεί την κορύφωση αυτού του κύκλου, καθώς συνδέει την ιστορική μνήμη της ευρέσεως και της υψώσεως με τη διαχρονική προσκύνηση του Τιμίου Ξύλου.