Ανάμεσα στις πιο εμβληματικές μορφές της Παλαιάς Διαθήκης, ο πολύαθλος Ιώβ στέκεται ως αιώνιο σύμβολο του πόνου του δικαίου. Στο πρόσωπό του συνοψίζεται το μυστήριο που ταράζει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη: γιατί να υποφέρουν εκείνοι που ζουν με ευσέβεια και δικαιοσύνη; Ο Ιώβ δεν λαμβάνει μια διανοητική απάντηση· αντ’ αυτής, καλείται να διασχίσει την πύρινη δοκιμασία με μόνο εφόδιο την πίστη του, δοξάζοντας και θρηνώντας ταυτόχρονα, χωρίς να προδώσει τη σχέση του με τον Θεό.
«Μὴ δωρεὰν Ἰὼβ σέβεται τὸν Κύριον;»
Το βιβλίο του Ιώβ μάς εισάγει σε έναν διάλογο στους ουρανούς, εκεί όπου ο πειραστής αμφισβητεί την ποιότητα της ευσέβειας του δικαίου. «Μὴ δωρεὰν Ἰὼβ σέβεται τὸν Κύριον;» (Ἰώβ 1,9), ισχυρίζεται πως ο Ιώβ πιστεύει μόνο επειδή ευημερεί. Ο Θεός επιτρέπει τη δοκιμασία, όχι για να αποδείξει κάτι στον σατανά, αλλά για να φανερωθεί η ανιδιοτέλεια της αγάπης του Ιώβ. Εκείνος, «ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος» (Ἰώβ 1,1), χάνει σε μία ημέρα τα υπάρχοντά του και τα δέκα παιδιά του. Η αντίδρασή του δεν είναι σιωπηλή αποδοχή, αλλά βαθύτατη λατρεία: «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰώβ 1,21). Και το κείμενο επισημαίνει: «οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ … καὶ οὐκ ἔδωκεν ἀφροσύνην τῷ Θεῷ» (1,22).
Το τελευταίο όπλο του πειρασμού: η σύζυγος
Αφού ο Ιώβ προσβλήθηκε από βαρύτατη ασθένεια, έρχεται ο πιο οδυνηρός πειρασμός, διά στόματος του πιο κοντινού ανθρώπου. Η σύζυγός του, έχοντας υποστεί τις ίδιες φρικτές απώλειες, απευθύνει λόγο εκτενή στην απόδοση των Εβδομήκοντα: «μέχρι τίνος καρτερήσεις;» Απαριθμεί τα βάσανά της και καταλήγει: «ἀλλὰ εἰπόν τι ρῆμα πρὸς Κύριον καὶ τελεύτα» (Ἰώβ 2,9). Δηλαδή: βλασφήμησε τον Θεό και πέθανε. Είναι φωνή απόγνωσης, που εκμεταλλεύεται ο διάβολος, όπως ακριβώς και στον παράδεισο χρησιμοποίησε την Εύα. Η πατερική ανάγνωση βλέπει εδώ το τελευταίο όπλο του πειραστή: ό,τι δεν μπόρεσαν να πετύχουν οι συμφορές, επιχειρείται τώρα μέσω του αγαπημένου προσώπου. Ο Ιώβ όμως απαντά με νηφαλιότητα και αγάπη: «ἵνα τί ὥσπερ μία τῶν ἀφρόνων γυναικῶν ἐλάλησας οὕτως; εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν;» (Ἰώβ 2,10). Και πάλι το κείμενο σημειώνει: «οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ τοῖς χείλεσιν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ».
Οι φίλοι-κατήγοροι και η «θεολογία της ανταποδόσεως»
Οι τρεις φίλοι, Ελιφάζ, Βαλδάδ και Σωφάρ, έρχονται αρχικά για να παρηγορήσουν, αλλά γρήγορα μετατρέπονται σε κατηγόρους. Εκπροσωπούν την απλοϊκή λογική ότι ο πόνος είναι πάντοτε καρπός προσωπικής αμαρτίας, «αφού πάσχεις, θα αμάρτησες». Ο Ιώβ δεν ανέχεται αυτή την ψευδή κατηγορία. Θρηνεί, διαμαρτύρεται στον Θεό, εκφράζει τον τίμιο πόνο του, χωρίς όμως να αρνηθεί την πίστη του. Ο λόγος του δεν είναι βλασφημία· είναι κραυγή πίστης μέσα στο σκοτάδι. Στο τέλος, ο ίδιος ο Κύριος ελέγχει τους φίλους: «ἥμαρτες σὺ καὶ οἱ δύο φίλοι σου· οὐ γὰρ ἐλαλήσατε ἐνώπιόν μου ἀληθὲς οὐδὲν ὥσπερ ὁ θεράπων μου Ἰώβ» (Ἰώβ 42,7).
Η θεοφάνεια: η παρουσία, όχι η εξήγηση
Ο Ιώβ δεν λαμβάνει ποτέ μια θεωρητική «εξήγηση» για το γιατί υποφέρει. Αντί αυτού, ο Κύριος του απαντά «διὰ λαίλαπος καὶ νεφῶν» (Ἰώβ 38,1), αποκαλύπτεται ο Ίδιος. Μέσα από αυτή τη συνάντηση, ο Ιώβ δεν μαθαίνει το μυστικό σχέδιο· συναντά τον Ζώντα Θεό και ταπεινώνεται, αναπαύεται. Αυτή είναι η ουσία που κάθε πιστός καλείται να βιώσει: η απάντηση στο πρόβλημα του πόνου δεν είναι ένα σύστημα, αλλά ένα Πρόσωπο.
Ελπίδα αναστάσεως και το «τέλος Κυρίου»
Μέσα στη δίνη του θρήνου του, ο Ιώβ εκστομίζει μια από τις πιο λαμπρές ομολογίες: «οἶδα γὰρ ὅτι ἀένναός ἐστιν ὁ ἐκλύειν με μέλλων ἐπὶ γῆς, ἀναστήσει δὲ τὸ δέρμα μου τὸ ἀναντλοῦν ταῦτα» (Ἰώβ 19,25-26 κατά τους Ο΄). Μέσα από την οδύνη αναδύεται η ελπίδα ότι ο δίκαιος δεν θα εγκαταλειφθεί οριστικά στη φθορά. Η προοπτική της αναστάσεως επιβεβαιώνεται και από την προσθήκη των Ο΄ στο τέλος του βιβλίου: «γέγραπται δὲ αὐτὸν πάλιν ἀναστήσεσθαι μεθ᾿ ὧν ὁ Κύριος ἀνίστησιν» (Ἰώβ 42,17α). Η Καινή Διαθήκη, διά στόματος του αδελφοθέου Ιακώβου, μακαρίζει εκείνους που υπομένουν, φέρνοντας ως πρότυπο τον Ιώβ: «τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων» (Ἰακ. 5,11). Στο λυτρωτικό «τέλος» του βάθους της ταπεινώσεως, ο Θεός αποκαθιστά τον πάσχοντα. Η Εκκλησία τιμά τον δίκαιο Ιώβ τον πολύαθλο στις 6 Μαΐου, και τη Μεγάλη Εβδομάδα τοποθετεί αναγνώσματα από το βιβλίο του στους Εσπερινούς, βλέποντας στο πρόσωπό του έναν τύπο του πάσχοντος Χριστού.
Ο Ιώβ στη σύγχρονη εποχή: μαθήματα για τον σημερινό πιστό
Σε μια κουλτούρα που συχνά ταυτίζει την πίστη με την επιτυχία, την ευημερία και τη θετική σκέψη, ο Ιώβ έρχεται να επαναφέρει την ουσία. Το ερώτημα «μὴ δωρεὰν;» είναι πάντα επίκαιρο: αγαπάμε τον Θεό μόνο όταν μας δίνει; Η δοκιμασία σήμερα παίρνει πολλές μορφές, ασθένεια, πένθος, ανεργία, κατάρρευση σχεδίων, και συχνά η πίεση έρχεται από τα πιο κοντινά πρόσωπα, που από απόγνωση προτρέπουν σε απομάκρυνση από τον Θεό. Υπάρχουν επίσης σύγχρονοι «φίλοι-κατήγοροι», έτοιμοι να αποδώσουν τον πόνο του άλλου σε υποτιθέμενες αμαρτίες. Ο Ιώβ διδάσκει ότι ο πιστός έχει δικαίωμα στον τίμιο θρήνο και την ερώτηση. Η υπομονή του δεν είναι μοιρολατρία ούτε παθητική σιωπή· είναι ενεργητική εμπιστοσύνη και πιστότητα μέσα στον πόνο, άρνηση να τον προδώσει κανείς με πρόχειρες εξηγήσεις. Και το οριστικό νόημα δεν βρίσκεται στο «γιατί», αλλά στο «προς τι»: στο «τέλος Κυρίου», την ελπίδα της αναστάσεως, της συνάντησης με τον Ζώντα Θεό που δίνει ανάπαυση.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος υπομνημάτισε εκτενώς τον βίο του Ιώβ στο σωζόμενο Ὑπόμνημά του, τελείωσε την επίγεια πορεία του στην εξορία με τα λόγια: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν», μια ηχώ της δοξολογίας του Ιώβ (Ἰώβ 1,21). Αυτή είναι η γραμμή που μπορεί να υιοθετήσει ο σύγχρονος πιστός, όχι ως μια εύκολη συνταγή, αλλά ως καρπό μιας σχέσης που δοκιμάστηκε στο καμίνι. Ο πολύαθλος Ιώβ μάς προσκαλεί να μη φοβηθούμε το σκοτάδι, αλλά να στρέψουμε το βλέμμα μας σε Εκείνον που ανασταίνει τους νεκρούς και μας καλεί σε κοινωνία μαζί Του, τώρα και στην αιωνιότητα.
Κείμενο: Ἰώβ