Στη θεία λατρεία, ένας από τους πιο συγκλονιστικούς ύμνους είναι ο αγγελικός δοξολογικός ύμνος «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ». Το όνομα «Σαβαώθ» δεν είναι απλώς ένας τίτλος ανάμεσα σε άλλους· είναι δοξολογία με βαθιά ερμηνευτική προϊστορία. Από το όραμα του προφήτη Ησαΐα πέρασε στη Θεία Λειτουργία ως ο Επινίκιος Ύμνος, ενώ η εκκλησιαστική πράξη έκρινε ότι ο Θεός Πατήρ, ως ανεικόνιστος, δεν πρέπει να απεικονίζεται με αυτή την ιδιότητα. Ας εξετάσουμε τη σημασία, την πορεία και την εικονογραφική προβληματική του ονόματος.
Η σημασία του ονόματος
Το εβραϊκό צְבָאוֹת (ṣəḇāʾōṯ) είναι ο πληθυντικός της λέξης צָבָא (tsava), που σημαίνει «στράτευμα» ή «παράταξη». Επομένως, το «Κύριος Σαβαώθ» αποδίδεται ως «Κύριος τῶν Δυνάμεων». Πρόκειται για ρίζα με στρατιωτική αναφορά, η οποία όμως στον βιβλικό λόγο γίνεται όνομα δοξολογίας: ο Θεός παρουσιάζεται ως ο Κύριος όλων των δυνάμεων που υπάρχουν στον κόσμο.
Το προσωνύμιο δεν εμφανίζεται στην Πεντάτευχο, στον Ιησού του Ναυή ούτε στους Κριτές. Πρωτοεμφανίζεται στα βιβλία των Βασιλειών, συγκεκριμένα στο Α΄ Βασιλειών 1,3, όπου ο Θεός ονομάζεται έτσι στη Σηλώ. Έκτοτε το συναντούμε με ιδιαίτερη πυκνότητα στους Ψαλμούς, στον Ησαΐα, στον Ιερεμία, στον Ζαχαρία και στον Μαλαχία.
Οι «δυνάμεις» ερμηνεύτηκαν με τρεις κυρίως τρόπους, ισότιμα: ως τα στρατεύματα του Ισραήλ, ως τα αγγελικά τάγματα, και ως τα άστρα και τα ουράνια σώματα. Η πρώτη ερμηνεία βλέπει τον Θεό ως αρχιστράτηγο του λαού του στην πορεία της ιστορίας· η δεύτερη ως επικεφαλής των αγγελικών δυνάμεων που τον δοξολογούν· η τρίτη ως κυρίαρχο των ουρανίων σωμάτων που διατηρούν τη δημιουργία. Καμία από αυτές τις αναγνώσεις δεν αποτελεί επίσημη δογματική θέση· είναι ερμηνευτικές προσεγγίσεις που φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της θείας κυριότητας.
Η μετάφραση των Εβδομήκοντα: μεταξύ μεταγραφής και απόδοσης
Οι μεταφραστές των Εβδομήκοντα δεν απέδωσαν ομοιόμορφα το εβραϊκό «Σαβαώθ». Άλλοτε το μεταγράφουν αυτούσιο, όπως συμβαίνει πάγια στο λειτουργικό εδάφιο Ησ. 6,3· άλλοτε το αποδίδουν εννοιολογικά ως «Κύριος (ὁ) παντοκράτωρ». Αυτή η εννοιολογική απόδοση φαίνεται ιδιαίτερα συστηματική στους Δώδεκα Προφήτες. Ωστόσο, δεν υπάρχει σταθερός κανόνας που να καθορίζει πότε οι μεταφραστές επιλέγουν μεταγραφή και πότε απόδοση· η πραγματικότητα είναι μεικτή ακόμη και εντός του ίδιου βιβλίου. Αυτή η ανομοιομορφία θεωρείται ίχνος πολλαπλών μεταφραστών και αποτελεί σημαντικό εύρημα για την ιστορία του βιβλικού κειμένου.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ἀποκάλυψη 4,8 το ελληνικό κείμενο αναφέρει «Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ» και όχι κυριολεκτικά «Σαβαώθ». Η σύνδεση με το Ησ. 6,3 είναι θεματική, όχι λεκτική ταύτιση. Δεν πρέπει να συγχέουμε τα δύο εδάφια, αν και αναφέρονται στην ίδια αγγελική δοξολογία.
Από το όραμα του Ησαΐα στον Επινίκιο Ύμνο
Το λειτουργικό κέντρο του ονόματος βρίσκεται στο όραμα του Ησαΐα (Ησ. 6,3): τα Σεραφείμ κράζουν «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ». Αυτό το τρισσό «ἅγιος» έγινε ο Επινίκιος Ύμνος της Αναφοράς στη Θεία Λειτουργία. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, στις Μυσταγωγικές Κατηχήσεις του (Ε΄), συνδέει τον ύμνο ακριβώς με τη συμμετοχή των πιστών στον αγγελικό ύμνο: όταν η Εκκλησία ψάλλει τον Επινίκιο, ενώνεται πραγματικά με τα Σεραφείμ μπροστά στον θρόνο του Θεού.
Εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: ο Επινίκιος Ύμνος δεν ταυτίζεται με το Τρισάγιο. Το Τρισάγιο («Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος») είναι διαφορετικός ύμνος, που ψάλλεται νωρίτερα, προ του Αποστόλου. Παρόλο που και οι δύο ύμνοι έχουν το σχήμα του τρισσού «ἅγιος», δεν πρέπει να συγχέονται. Ο ένας είναι ο αγγελικός ύμνος από τον Ησαΐα· ο άλλος είναι εκκλησιαστικός ύμνος στην Αγία Τριάδα.
Πατερική τριαδολογική ανάγνωση του τρισσού «ἅγιος» συναντούμε στον Μέγα Βασίλειο και στον Λατίνο Πατέρα της αδιαιρέτου Εκκλησίας Αμβρόσιο Μεδιολάνων. Ο Αμβρόσιος δεν είναι Ανατολικός· η αναφορά του δείχνει την κοινή πίστη της αρχαίας Εκκλησίας στην τριαδική θεολογία, όπως αυτή εκφράζεται και στον λειτουργικό ύμνο.
Η απαγόρευση της απεικόνισης του Θεού Πατρός ως «Σαβαώθ»
Η Εκκλησία, ενώ κράτησε τον ύμνο ως αγιογραφικό, αρνήθηκε την εικαστική απεικόνιση του Θεού Πατρός με τη μορφή γέροντα, που συχνά επιγραφόταν «Κύριος Σαβαώθ». Η Σύνοδος της Μόσχας του 1666-1667, στο κεφάλαιο 43 των Πρακτικών της (όπως το παρουσιάζει ο Leonid Ouspensky στο έργο του «Theology of the Icon»), απαγόρευσε ρητά αυτή την απεικόνιση. Ως αιτιολογία προβλήθηκε ότι κανείς δεν είδε ποτέ τον Πατέρα κατά τη θεότητά Του· ο Πατήρ είναι ανεικόνιστος. Η ίδια Σύνοδος ερμήνευσε τον «Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν» από το Δανιήλ 7,9 ως αναφορά στον Υιό, όχι στον Πατέρα.
Η απόφαση δεν παρατίθεται εδώ αυτολεξεί, αφού οι αποδόσεις της διαφέρουν μεταξύ τους, πιθανώς λόγω μεταφράσεως από το σλαβονικό πρωτότυπο. Το περιεχόμενό της, πάντως, είναι σαφές: ο Πατήρ δεν εικονίζεται, γιατί δεν έχει ορατή μορφή ώστε να αποτυπωθεί σε εικόνα.
Γιατί ψάλλουμε τον ύμνο αλλά δεν εικονίζουμε τον Πατέρα
Η διάκριση αυτή δεν είναι αντίφαση. Ο ύμνος «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» είναι λόγος δοξολογίας, που αποκαλύπτει την αγιότητα του Θεού, αλλά δεν περιγράφει την ουσία Του ούτε προσφέρει ορατή μορφή. Η εικόνα, αντίθετα, αποδίδει συγκεκριμένη ανθρώπινη ή συμβολική μορφή. Εφόσον ο Πατήρ είναι αόρατος κατά τη θεότητά Του, κάθε ανθρωπόμορφη απεικόνισή του ως γέροντα είναι θεολογικά προβληματική. Η Εκκλησία, λοιπόν, κράτησε τον αγιογραφικό ύμνο στη λατρεία, αλλά απέρριψε την εικαστική του μεταφορά σε μορφή προσώπου.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ο «Κύριος Σαβαώθ» δεν είναι ένας τίτλος για να τον παραστήσουμε, αλλά ένα όνομα για να τον δοξολογήσουμε. Στην ορθόδοξη λειτουργική παράδοση, οι πιστοί μετέχουν στον αγγελικό ύμνο, αναγνωρίζοντας ότι ο Θεός είναι υπέρβαση και μυστήριο. Η σωστή στάση είναι ο φόβος και η αγάπη, όχι η εικαστική αποτύπωση του αοράτου.