Η καταλαλιά, ως δική μας αμαρτία, έχει ήδη εξετασθεί σε χωριστό άρθρο. Εδώ μας απασχολεί η άλλη όψη: η συκοφαντία, δηλαδή η ψευδής κατηγορία που δεχόμαστε από άλλους. Διακρίνεται από την καταλαλιά (τη δική μας κακολογία) και από την ψευδομαρτυρία (το δικαστικό ψεύδος). Το ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζουμε χριστιανικά το ψεύδος όταν στρέφεται εναντίον μας.

Το πρότυπο του Κυρίου και η διδασκαλία της Γραφής

Ο Χριστός, όταν οδηγήθηκε στο συνέδριο, αντιμετώπισε ψευδομάρτυρες που ζητούσαν θανατική καταδίκη. Το Ευαγγέλιο σημειώνει ότι «ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα» (Ματθ. 26,59-63). Και ενώπιον του Πιλάτου, όταν οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν, εκείνος δεν απαντούσε σε τίποτε, ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ (Ματθ. 27,12-14). Η σιωπή αυτή δεν ήταν αδυναμία αλλά εκπλήρωση της προφητείας: «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν» (Ἠσ. 53,7). Ο απόστολος Πέτρος την ερμηνεύει: «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει» (Α΄ Πέτρ. 2,23). Ο ίδιος ο Κύριος μακαρίζει όσους συκοφαντούνται για χάρη Του: «ὀνειδίσωσιν… καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι» (Ματθ. 5,11-12). Η συκοφάντηση, λοιπόν, είναι ευλογημένη κατάσταση όταν συνδέεται με τη μαρτυρία της αληθείας· δεν είναι όμως στόχος που επιδιώκουμε.

Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος κατηγορήθηκε ψευδώς από ανθρώπους που παρουσίασαν μάρτυρες ότι μιλούσε βλάσφημα λόγια κατά του Μωυσή και του Θεού (Πράξ. 6,11-13). Αντιμετώπισε την κατηγορία με ομολογία και συγχώρηση, όχι με αντεκδίκηση.

Παλαιοδιαθηκικά πρότυπα: τέσσερις διαφορετικές όψεις

Η Παλαιά Διαθήκη προσφέρει ποικίλες εικόνες. Ο Ιωσήφ, συκοφαντημένος από τη γυναίκα του Πετεφρή, δεν απάντησε με οργή αλλά υπέμεινε σιωπηλά στη φυλακή, αφήνοντας τον Θεό να δικαιώσει (Γέν. 39). Η Σωσάννα, κατηγορημένη ψευδώς από τους πρεσβυτέρους, έλαβε τη θεϊκή δικαίωση καθυστερημένα, μέσω του προφήτη Δανιήλ (Δαν. 13 κατά τους Ο΄). Ο Δαβίδ, όταν ο Σεμεΐ τον καταριόταν και τον πετροβολούσε, είπε: «ἄφετε αὐτὸν καταρᾶσθαι» (Β΄ Βασ. 16,5-12), αποδεχόμενος εκούσια τον ονειδισμό ως παιδαγωγία. Αντίθετα, ο Ναβουθαί έπεσε θύμα οργανωμένης συκοφαντίας που τον οδήγησε στον θάνατο (Γ΄ Βασ. 20/21). Η Γραφή δεν εξιδανικεύει την αδικία· δείχνει ότι η συκοφαντία μπορεί να σκοτώσει, αλλά και ότι ο Θεός βλέπει και κρίνει.

Η Σύνοδος της Δρυός: όταν η συκοφαντία χτυπά τον Χρυσόστομο

Η ιστορία της Εκκλησίας βεβαιώνει ότι η συκοφαντία πλήττει ακόμη και τους πιο αγίους, ενίοτε από εκκλησιαστικά χείλη. Τον Ιούλιο του 403, σε προάστιο της Κωνσταντινουπόλεως, συνήλθε η λεγόμενη Σύνοδος της Δρυός, με πρωτεργάτη τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας και συμμετοχή επισκόπων όπως ο Ακάκιος Βεροίας, ο Αντίοχος Πτολεμαΐδος, ο Σεβηριανός Γαβάλων και ο Κύριλλος Χαλκηδόνος. Εναντίον του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου διατυπώθηκαν περίπου τριάντα κατηγορίες, από τις οποίες σώζονται λεπτομερώς δέκα: μαστίγωση και αλυσόδεση μοναχού, πώληση εκκλησιαστικής περιουσίας και μαρμάρου, προσβολές κληρικών, υποτιμητικοί χαρακτηρισμοί για τον Επιφάνιο Σαλαμίνος, ραδιουργία κατά του Σεβηριανού, ψευδείς κατηγορίες κλοπής εναντίον διακόνων. Ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε ερήμην, χωρίς να μπορέσει να απολογηθεί. Η περίπτωσή του δείχνει ότι η συκοφαντία μπορεί να λάβει θεσμική μορφή και να προκαλέσει βαθιά πληγή στην Εκκλησία· δεν παύει όμως να είναι ψεύδος ενώπιον του Θεού.

Ο Νεκτάριος Πενταπόλεως: σύγχρονος συκοφαντημένος ιεράρχης

Ο άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως, χειροτονήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1889 και υπηρέτησε στο Κάιρο. Συκοφαντήθηκε ότι φιλοδοξούσε την ανατροπή του Πατριάρχη Σωφρονίου Δ΄, μαζί με αόριστες ηθικές κατηγορίες. Ο Πατριάρχης πείστηκε και τον απομάκρυνε αντικανονικά. Ως το 1891 ο Νεκτάριος βρισκόταν ήδη στην Ελλάδα, όπου αργότερα ανέδειξε την αγιότητά του. Η περίπτωσή του διδάσκει ότι η αδικία από εκκλησιαστικούς προϊσταμένους δεν ακυρώνει την κλήση, ούτε σημαίνει ότι ο Θεός εγκαταλείπει τον συκοφαντούμενο.

Αθανάσιος και Γρηγόριος: η συκοφαντία ως δοκιμασία του δόγματος

Ο Μέγας Αθανάσιος, στη Σύνοδο της Τύρου το 335, κατηγορήθηκε για δολοφονία του επισκόπου Αρσενίου και για μαγική χρήση κομμένου χεριού, μαζί με δωροδοκία, φορολογική καταπίεση και ιεροσυλία. Η κατηγορία ήταν κατασκευασμένη, αλλά τον οδήγησε σε εξορία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο το 381, παραιτήθηκε από την προεδρία της λόγω αμφισβητήσεως της κανονικότητας της μεταθέσεώς του από τα Σάσιμα. Και οι δύο έδειξαν ότι η συκοφαντία μπορεί να συνδεθεί με εκκλησιαστικές έριδες και να γίνει όχημα αποκλεισμού· η αλήθεια όμως παραμένει και τελικά λάμπει.

Πότε σιωπούμε και πότε απολογούμαστε

Η σιωπή δεν είναι πάντοτε η απάντηση. Ο απόστολος Παύλος, όταν κατηγορήθηκε ενώπιον του Φήλικα και του Φήστου, απολογήθηκε συστηματικά (Πράξ. 24-26), υπερασπιζόμενος την αλήθεια του Ευαγγελίου και την ακεραιότητα της αποστολής του. Ο ίδιος ο Χρυσόστομος, από την εξορία, έγραψε υπερασπιστικά κείμενα για να αποκαταστήσει την αλήθεια και να στηρίξει το ποίμνιό του. Υπάρχει καθήκον προστασίας της αληθείας και των άλλων: όταν η σιωπή θα επιτρέψει την επικράτηση του ψεύδους, τη βλάβη αθώων ή τη διαστρέβλωση της πίστεως, τότε οφείλουμε να μιλήσουμε με πραότητα και επιχειρήματα, όχι με οργή.

Η θεραπεία της καρδιάς και η εναπόθεση στον Θεό

Ανεξάρτητα από την εξωτερική στάση, η εσωτερική θεραπεία είναι αναγκαία. Προσευχόμαστε για τον συκοφάντη, όχι με κατάρα αλλά με συγχώρηση. Αυτοεξεταζόμαστε: «μήπως έχει κάτι αληθινό η κατηγορία;», χωρίς αυτομαστίγωση ή ενοχική κατάρρευση. Αποφεύγουμε την ανταπόδοση, σύμφωνα με τον Παύλο: «μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ» (Ρωμ. 12,17-21), και εναποθέτουμε την υπόθεση στην κρίση του Θεού. Ο ιερός Χρυσόστομος διατυπώνει την κεντρική θέση ότι κανείς δεν αδικείται πραγματικά παρά μόνο από τον εαυτό του (PG 52), δηλαδή η ηθική βλάβη δεν προέρχεται από την εξωτερική συκοφαντία αλλά από την προσωπική μας αντίδραση στην αμαρτία. Ο αββάς Δωρόθεος στις «Ψυχωφελείς Διδασκαλίες» και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στους λόγους «Περί αοργησίας και πραότητος» (Η΄) και «Περί μνησικακίας» (Θ΄) μάς βοηθούν να φυλάξουμε την καρδιά από την πικρία και τη μνησικακία, ώστε η δοκιμασία της συκοφαντίας να γίνει ευκαιρία πνευματικής καθάρσεως.

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Η συκοφαντία είναι οδυνηρή, αλλά δεν είναι αδιέξοδο. Στον Χριστό, στους αγίους και στην πίστη της Εκκλησίας βρίσκουμε το πρότυπο της σιωπηλής υπομονής, της διακριτικής απολογίας και της τελικής εναποθέσεως στον Θεό. Ας μην αφήσουμε το ψεύδος να μας κλέψει την ειρήνη· ο Θεός βλέπει, κρίνει και δικαιώνει στον καιρό Του.