Πρόσφατα στοιχεία και δημοσιεύματα έφεραν ξανά στο προσκήνιο ένα μέγεθος που σοκάρει: στη χώρα μας οι αμβλώσεις υπολογίζονται γύρω στις 150.000 τον χρόνο, με ένα μεγάλο μέρος τους να αφορά πολύ νεαρές κοπέλες — ακόμη και ανήλικες κάτω των δεκαέξι ετών, ενίοτε από τα δώδεκα. Πίσω από κάθε αριθμό κρύβεται ένας πόνος αληθινός: ο φόβος ενός κοριτσιού που έμεινε έγκυο, η σιωπή και η ντροπή μέσα στην οικογένεια, η μοναξιά μιας απόφασης που πάρθηκε βιαστικά και σχεδόν πάντοτε χωρίς ουσιαστική στήριξη. Η δημόσια συζήτηση εστίασε, όπως συνήθως, στην «αποτυχία» της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης και της αντισύλληψης.

Όμως το ζήτημα είναι βαθύτερο από κάθε τεχνική. Αγγίζει το πιο θεμελιώδες ερώτημα που μπορεί να θέσει άνθρωπος: τι είναι ο άνθρωπος και πότε αρχίζει η ζωή του. Σε αυτό το ερώτημα η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει, από την αποστολική ακόμη εποχή, μια απάντηση σταθερή και ανυποχώρητη — και την δίνει «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α΄ Πέτρ. 3:15), με λόγο αλήθειας μαζί και φιλανθρωπίας· όχι ως καταδίκη εναντίον των ανθρώπων που υποφέρουν, αλλά ως μαρτυρία για την ιερότητα κάθε ζωής. Και η μαρτυρία αυτή λέγεται καθαρά: η έκτρωση είναι αφαίρεση μιας αθώας ανθρώπινης ζωής· είναι φόνος.

Πότε αρχίζει η ζωή — η μαρτυρία της Γραφής

Η Αγία Γραφή δεν γνωρίζει ένα «κάτι» που κάποια στιγμή γίνεται «κάποιος». Από την πρώτη στιγμή της σύλληψης, ο άνθρωπος είναι γνωστός και αγαπημένος από τον Θεό προσωπικά. Ο ψαλμωδός ομολογεί ότι ο Θεός τον έπλασε στην κοιλιά της μητέρας του και τον είδε πριν ακόμη μορφοποιηθεί: «ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε· ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου» και «τὸ ἀκατέργαστόν μου εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί σου» (Ψαλμ. 138:13,16). Το έμβρυο, το «ακατέργαστον», δεν είναι ανώνυμο υλικό· είναι ήδη αντικείμενο της προσωπικής βλέψης και αγάπης του Θεού.

Ακόμη πιο καθαρά, ο Κύριος λέει στον προφήτη Ιερεμία: «Πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε, καὶ πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε» (Ιερ. 1:5). Η κλήση, η γνώση και ο αγιασμός προηγούνται της γέννησης. Η ταυτότητα του προσώπου δεν δίνεται από την κοινωνία ή από κάποιο όριο εβδομάδων· δίνεται από τον Θεό, στη μήτρα.

Η Καινή Διαθήκη επισφραγίζει αυτή την αλήθεια με έναν τρόπο μοναδικό. Όταν η Παναγία, εγκυμονώντας ήδη τον Χριστό, επισκέπτεται την Ελισάβετ, το αγέννητο παιδί της — ο Πρόδρομος — σκιρτά από αγαλλίαση: «ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου» (Λουκ. 1:44). Δύο αγέννητα παιδιά βρίσκονται εδώ σε κοινωνία: ο μόλις συλληφθείς Χριστός και ο εξαμηνίτης Πρόδρομος, που τον αναγνωρίζει και χαίρεται. Και είναι σημαντικό ότι το Ευαγγέλιο ονομάζει το αγέννητο παιδί «βρέφος» — την ίδια ακριβώς λέξη που χρησιμοποιεί για τον νεογέννητο Χριστό στη φάτνη (Λουκ. 2:12). Για τη Γραφή δεν υπάρχουν δύο κατηγορίες, ένα «έμβρυο» και ένα «βρέφος»· υπάρχει ένα και το αυτό πρόσωπο, πριν και μετά τη γέννηση.

«Οὐ φονεύσεις τέκνον ἐν φθορᾷ» — η αδιάκοπη φωνή της Εκκλησίας

Αυτό που πιστεύει η Εκκλησία για το αγέννητο παιδί δεν είναι μια νεότερη, «συντηρητική» θέση. Είναι η πίστη της από την πρώτη γενιά των χριστιανών. Η «Διδαχὴ τῶν δώδεκα ἀποστόλων», κείμενο του πρώτου αιώνα, απαριθμώντας τις εντολές της «ὁδοῦ τῆς ζωῆς», γράφει ρητά: «οὐ φονεύσεις τέκνον ἐν φθορᾷ, οὐδὲ γεννηθὲν ἀποκτενεῖς» (Διδαχή 2:2). Η ίδια απαγόρευση επαναλαμβάνεται αυτολεξεί στην Επιστολή Βαρνάβα (19:5). Πολύ πριν διαμορφωθεί οποιοδήποτε κράτος ή νομοθεσία «υπέρ» ή «κατά», οι χριστιανοί ήξεραν ότι η καταστροφή του εμβρύου είναι φόνος τέκνου.

Η συνείδηση αυτή πέρασε και στους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με την πιο επίσημη μορφή. Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (692) ορίζει στον 91ο Κανόνα της: «Τὰς τὰ ἀμβλωθρίδια διδούσας φάρμακα καὶ τὰς δεχομένας τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια τῷ τοῦ φονέως ἐπιτιμίῳ καθυποβάλλομεν». Όσες δίνουν ή λαμβάνουν εκτρωτικά φάρμακα υπόκεινται στο επιτίμιο του φονιά. Η λέξη είναι ξεκάθαρη: φονεύς.

Με την ίδια σαφήνεια μιλά και ο Μέγας Βασίλειος. Στον 2ο Κανόνα του γράφει: «Ἡ φθείρασα κατ’ ἐπιτήδευσιν φόνου δίκην ὑπέχει». Και προλαβαίνει μια διάκριση που κάποιοι θα ήθελαν να εκμεταλλευτούν — το αν το έμβρυο ήταν «μορφωμένο» ή «αμόρφωτο»: «ἐκμεμορφωμένου δὲ καὶ ἀνεξεικονίστου ἀκριβολογία παρ’ ἡμῖν οὐκ ἔστιν». Για την Εκκλησία δεν υπάρχει τέτοια «λεπτολογία»· η ζωή προστατεύεται από την αρχή της, χωρίς αστερίσκους και στάδια. Ο ιερός Χρυσόστομος, εξάλλου, ελέγχοντας τη νοοτροπία της εποχής του, χαρακτηρίζει την πράξη ως κάτι ακόμη χειρότερο και από τον φόνο, γιατί στρέφεται όχι απλώς κατά ενός ανθρώπου, αλλά κατά της ίδιας της δωρεάς της ζωής.

Γιατί η Εκκλησία μιλά για φόνο

Πίσω από τη γλώσσα των Κανόνων υπάρχει μια ολόκληρη ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ «δυνητική» ζωή ή «σύνολο κυττάρων που μπορεί να γίνει άνθρωπος». Από τη σύλληψη φέρει ακέραιο το «κατ’ εἰκόνα» του Θεού (Γέν. 1:27): είναι πρόσωπο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, προορισμένο για την αιωνιότητα. Η ψυχή δεν προστίθεται κάποια εβδομάδα αργότερα· ο άνθρωπος είναι εξ αρχής ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη. Γι’ αυτό και η αφαίρεση αυτής της ζωής δεν είναι «διακοπή μιας διαδικασίας», αλλά θανάτωση ενός προσώπου.

Η Ορθοδοξία θεμελιώνει αυτή την πεποίθηση στο ίδιο το μυστήριο της σαρκώσεως. Ο Υιός του Θεού δεν έγινε άνθρωπος τη στιγμή της γέννησής Του, αλλά τη στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Παναγίας: «ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν» (Λουκ. 1:31). Στον Ευαγγελισμό, εννέα μήνες πριν τα Χριστούγεννα, ο Θεός κατοικεί ήδη ως έμβρυο μέσα στη μήτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία εορτάζει ως μεγάλες γιορτές τις «Συλλήψεις» — της Θεοτόκου από την Άννα, του Προδρόμου από την Ελισάβετ. Στο εορτολόγιό της η ίδια η αρχή της ζωής στη μήτρα αναγνωρίζεται ως αρχή προσώπου, άξιου εορτασμού. Όταν, λοιπόν, η σύγχρονη γλώσσα μετατρέπει ένα παιδί σε «ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη», δεν κάνει απλώς μια ιατρική περιγραφή· επιτελεί μια βαθιά ανθρωπολογική υποχώρηση, που αφαιρεί από τον πιο αδύναμο άνθρωπο ακόμη και το όνομα του ανθρώπου.

Πέρα από την «αποτυχία» της διαπαιδαγώγησης

Η δημόσια συζήτηση έχει δίκιο σε ένα σημείο: υπάρχει πραγματικό κενό. Νέοι άνθρωποι μένουν ασυνόδευτοι, ανενημέρωτοι, χωρίς λόγο που να τους μιλά για το σώμα, τον έρωτα και την ευθύνη· οικογένειες σιωπούν από αμηχανία, και το βάρος πέφτει ολόκληρο πάνω σε ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Αυτό το κενό η Εκκλησία οφείλει να το ομολογήσει με ειλικρίνεια και να αναλάβει το μερίδιό της: δεν αρκεί να καταδικάζει· καλείται να διαπαιδαγωγεί, να συνοδεύει, να στηρίζει.

Όμως η λύση που προτείνει συνήθως ο δημόσιος λόγος — περισσότερη αντισύλληψη — αγγίζει το σύμπτωμα, όχι τη ρίζα. Η ρίζα είναι μια κουλτούρα που έπαψε να βλέπει τη ζωή ως δώρο και τον άλλον ως πρόσωπο. Όταν ο έρωτας αποσυνδέεται από την ευθύνη και την αυτοπροσφορά, το παιδί που έρχεται μοιάζει «λάθος» που πρέπει να διορθωθεί. Η ορθόδοξη παράδοση αντιπροτείνει κάτι πολύ πιο απαιτητικό από ένα προφυλακτικό: την εγκράτεια ως ελευθερία, τον σεβασμό στο σώμα ως ναό, την ευθύνη του άνδρα που δεν εξαφανίζεται, την αλληλεγγύη μιας κοινότητας που δεν αφήνει καμία έγκυο μόνη. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα αποτραπούν οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες», αλλά «τι κοινωνία χτίζουμε, ώστε καμία μητέρα να μη νιώθει ότι η μόνη της διέξοδος είναι να χάσει το παιδί της».

Λόγος αλήθειας και λόγος φιλανθρωπίας

Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το να ονομάζει η Εκκλησία την πράξη φόνο δεν σημαίνει ότι εξαπολύει αναθέματα εναντίον των γυναικών που πέρασαν από αυτή τη δοκιμασία. Άλλο η αμαρτία και άλλο ο αμαρτωλός. Το τρομαγμένο κορίτσι των δεκαέξι, η μητέρα που πιέστηκε από τον φόβο και τη μοναξιά, ο πατέρας που «τρελάθηκε» όταν το έμαθε — δεν είναι εχθροί που πρέπει να συντριβούν, αλλά πρόσωπα πληγωμένα που η Εκκλησία αγκαλιάζει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, ενώ ονομάζει την πράξη φόνο, στους Κανόνες του μετρά το επιτίμιο όχι ως τιμωρία αλλά ως θεραπεία, τονίζοντας ότι το μέτρο της δεν είναι ο χρόνος αλλά ο τρόπος της μετανοίας. Η Εκκλησία είναι νοσοκομείο, όχι δικαστήριο. Όποια ή όποιος κουβαλά αυτό το τραύμα βρίσκει στο μυστήριο της εξομολόγησης όχι έναν κατήγορο, αλλά τον Χριστό που συγχωρεί, θεραπεύει και ανασταίνει. Καμία αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεός Του· η απελπισία, όχι το παρελθόν, είναι ο πραγματικός κίνδυνος.

Με την ίδια φιλανθρωπία η Εκκλησία στέκεται και μπροστά στις γνήσια τραγικές, οριακές περιπτώσεις — όταν, για παράδειγμα, κινδυνεύει η ίδια η ζωή της μητέρας. Εκεί δεν προσφέρει εύκολες συνταγές ούτε άλλοθι, αλλά ποιμαντική διάκριση, προσευχή και συμπαράσταση, χωρίς να μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα και χωρίς να εγκαταλείπει την αρχή: ότι κάθε ζωή, και της μητέρας και του παιδιού, είναι ιερή.

Αντί επιλόγου — μια κουλτούρα ζωής

Η μαρτυρία της Εκκλησίας για τις αμβλώσεις δεν είναι ένα «όχι» εναντίον κάποιων· είναι ένα μεγάλο «ναι» στη ζωή. Ναι στο αγέννητο παιδί, που είναι ήδη πρόσωπο. Ναι στη νέα μητέρα, που χρειάζεται στήριξη και όχι κατάκριση. Ναι σε μια κοινωνία που προστατεύει τους πιο αδύναμους αντί να τους εξαφανίζει.

Αυτό το «ναι» γίνεται πράξη: με τη στήριξη των εγκύων σε δυσκολία, με τη φιλόξενη αγκαλιά της ενορίας, με τη δυνατότητα της υιοθεσίας, με την έμπρακτη αλληλεγγύη στα νέα ζευγάρια και στις μόνες μητέρες. Γίνεται και αγωγή: να ξαναμάθουμε στα παιδιά μας ότι η ζωή είναι δώρο, ότι ο έρωτας έχει ευθύνη, ότι κανείς δεν είναι «ανεπιθύμητος». Τα στοιχεία για τις 150.000 αμβλώσεις δεν είναι μόνο ένα στατιστικό· είναι ένα κάλεσμα μετανοίας και αλλαγής για όλους μας — Εκκλησία, οικογένειες, πολιτεία. Γιατί, όπως μαρτυρεί διαρκώς η Ορθοδοξία, ο Χριστός ήρθε «ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ιω. 10:10) — και αυτή η ζωή αρχίζει από την πρώτη στιγμή, μέσα στη μήτρα.