Η μαρτυρία για τον Ιησού Χριστό αποτελεί την καρδιά της Εκκλησίας από την πρώτη στιγμή της ιστορικής της πορείας. Από τις γραπτές μαρτυρίες των τεσσάρων Ευαγγελιστών, την απολογητική υπεράσπιση της πίστεως από τους Απολογητές του 2ου αιώνα, έως την ύψιστη μαρτυρία του αίματος που έδωσαν οι μάρτυρες, η Εκκλησία ζει ως κοινότητα μαρτύρων της Αναστάσεως. Η παρούσα αναφορά εξετάζει αυτές τις τρεις διαστάσεις της αρχέγονης μαρτυρίας, ξεκινώντας από τους τέσσερις Ευαγγελιστές και την αναγνωρισμένη αυθεντία τους στην πίστη της Εκκλησίας.
Οι τέσσερις Ευαγγελιστές και τα σύμβολά τους
Η Εκκλησία αναγνωρίζει τέσσερα Ευαγγέλια ως αυθεντική καταγραφή του μηνύματος του Κυρίου. Ο Ματθαίος, ο τελώνης που κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού (ονομαζόμενος και Λευίς), παρέδωσε ένα Ευαγγέλιο με έντονη σύνδεση με την Παλαιά Διαθήκη. Ο Μάρκος, κατά την αρχαία παράδοση, συνδέθηκε στενά με τον Απόστολο Πέτρο, και η αφήγησή του απηχεί το αποστολικό κήρυγμα. Ο Λουκάς, ιατρός το επάγγελμα και πιστός συνοδός του Αποστόλου Παύλου, είναι ο συγγραφέας και του τρίτου Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων. Ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής, μας προσφέρει το Ευαγγέλιο της θεολογίας του Λόγου, όπου ο Ιησούς παρουσιάζεται ως ο προαιώνιος Υἱός του Θεού.
Ήδη γύρω στο 180 μ.Χ., ο Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου μαρτυρεί την ύπαρξη του «τετραμόρφου Εὐαγγελίου», επιβεβαιώνοντας ότι η Εκκλησία από νωρίς αναγνώριζε αυτά τα τέσσερα κείμενα ως τον κανόνα της ευαγγελικής αφήγησης. Η παράδοση αυτή συνδέεται με τα σύμβολα που αντλούνται από την όραση του προφήτη Ιεζεκιήλ (1,10) και την Αποκάλυψη (4,7): τα τέσσερα ζώα, άνθρωπος, λέων, μόσχος, αετός, αποδόθηκαν αντίστοιχα στους Ευαγγελιστές. Ο Ματθαίος συμβολίζεται με τον άνθρωπο, διότι αρχίζει με την ανθρώπινη γενεαλογία του Χριστού. Ο Μάρκος με τον λέοντα, αφού το Ευαγγέλιό του ξεκινά με τη φωνή του Προδρόμου στην έρημο. Ο Λουκάς με τον μόσχο, επειδή τονίζει τη θυσία του Χριστού. Ο Ιωάννης με τον αετό, γιατί υψώνεται στα επουράνια μυστήρια της θεότητος του Λόγου.
Οι Απολογητές του 2ου αιώνα
Ο 2ος αιώνας υπήρξε εποχή έντονης πνευματικής ζύμωσης. Η Εκκλησία, αντιμέτωπη με τον ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο και τις αιρέσεις, ανέδειξε άνδρες που υπερασπίστηκαν με λόγο και επιχειρήματα την αλήθεια της πίστεως. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι Απολογητές. Πρώτος και κορυφαίος υπήρξε ο Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς (περ. 100‒165). Έγραψε δύο «Ἀπολογίες» προς τον αυτοκράτορα Αντωνίνο, και τον Διάλογο «Πρὸς Τρύφωνα», όπου ανέπτυξε τη θεολογία του «σπερματικοῦ Λόγου». Σύμφωνα με αυτήν, ο προαιώνιος Λόγος του Θεού έσπειρε σπέρματα αληθείας σε όλους τους ανθρώπους, προετοιμάζοντας τον κόσμο για την ενσάρκωσή Του. Έτσι οι φιλόσοφοι κατείχαν μερική γνώση, η οποία ολοκληρώνεται μόνο εν Χριστώ.
Λίγο νωρίτερα, ο Αριστείδης ο Αθηναίος συνέταξε μια «Ἀπολογία» όπου αντέκρουε τις κατηγορίες κατά των Χριστιανών και παρουσίαζε την αγνότητα του βίου τους. Ο Αθηναγόρας, με την «Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν», απευθύνθηκε στον Μάρκο Αυρήλιο, αποδεικνύοντας ότι οι Χριστιανοί δεν είναι άθεοι, ενώ στο έργο του «Περὶ ἀναστάσεως» υπερασπίζεται τη λογικότητα του δόγματος της αναστάσεως των νεκρών. Ο Τατιανός, μαθητής του Ιουστίνου, έγραψε τον λόγο «Πρὸς Ἕλληνας» για να δείξει την υπεροχή του χριστιανικού βίου έναντι της ειδωλολατρίας, και συνέταξε το «Διατεσσάρων», μια εναρμόνιση των τεσσάρων Ευαγγελίων. Ωστόσο, αργότερα η διδασκαλία του παρεξέκλινε προς τον εγκρατισμό, υιοθετώντας απόψεις που η Εκκλησία δεν ενέκρινε. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας, στο έργο του «Πρὸς Αὐτόλυκον», υπερασπίστηκε την πίστη με βάση την Αγία Γραφή, τονίζοντας την εμπειρική γνώση του Θεού.
Οι Απολογητές αυτοί δεν υπήρξαν απλώς διανοούμενοι· ήταν ποιμένες και μάρτυρες, που έζωσαν τη σκέψη με το βίωμα της Εκκλησίας και σε πολλές περιπτώσεις επισφράγισαν την ομολογία τους με το μαρτύριο του αίματος.
Το νόημα του «μάρτυρος»
Η λέξη «μάρτυς» στην αρχική της σημασία δηλώνει τον μάρτυρα, εκείνον που δίνει μαρτυρία για ένα γεγονός ή μια αλήθεια. Στην Καινή Διαθήκη, οι απόστολοι καλούνται μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού (Πράξεις 1,8). Είναι εκείνοι που είδαν τον Αναστάντα Κύριο και κλήθηκαν να μεταφέρουν αυτή τη μαρτυρία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Στην πορεία της Εκκλησίας, ο όρος απέκτησε μια στενότερη σημασία: μάρτυρας έγινε ο διά Χριστόν θανατούμενος, εκείνος που σφραγίζει με το αίμα του την ομολογία της πίστεως. Η μετάβαση αυτή δεν αναιρεί την αρχική έννοια, αλλά την τελειοποιεί: ο μάρτυρας του αίματος είναι ο κατ’ εξοχήν μάρτυρας, διότι η ζωή του γίνεται απόλυτη βεβαίωση της αλήθειας του Ευαγγελίου.
Πρώτος μάρτυρας της Εκκλησίας υπήρξε ο πρωτοδιάκονος Στέφανος (Πράξεις 7). Λίθοις βαλλόμενος, είδε τους ουρανούς ανοικτούς και τον Υἱόν του ανθρώπου εστώτα εκ δεξιών του Θεού. Η μαρτυρία του δεν ήταν λεκτική μόνο, αλλά αγκαλιάστηκε με την ίδια τη θυσία του. Στις αρχές του 2ου αιώνα, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, επίσκοπος Αντιοχείας († περ. 107‒110), οδηγήθηκε στη Ρώμη για να θηριομαχήσει. Στις επιστολές του εκφράζει μια συγκλονιστική επιθυμία: «σῖτος εἰμι Θεοῦ καὶ δι’ ὀδόντων θηρίων ἀλήθομαι, ἵνα καθαρὸς ἄρτος εὑρεθῶ τοῦ Χριστοῦ». Η ένωση με τον Χριστό νοηματοδοτεί τον θάνατό του. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος († περ. 155) μαρτύρησε στην πυρά, ομολογώντας: «ὀγδοήκοντα καὶ ἓξ ἔτη δουλεύω αὐτῷ, καὶ οὐδέν με ἠδίκησε· πῶς δύναμαι βλασφημῆσαι τὸν Βασιλέα μου, τὸν σώσαντά με;». Το μαρτύριό του καταγράφεται ως πρότυπο υπομονής και πίστεως.
Ἐνότητα μαρτυρίας: από τον λόγο στο αίμα
Οι τέσσερις Ευαγγελιστές, οι Απολογητές και οι Μάρτυρες δεν αποτελούν ξεχωριστές κατηγορίες, αλλά συνεκφράσεις της μίας μαρτυρίας της Εκκλησίας. Οι Ευαγγελιστές κατέγραψαν τον ζώντα Λόγο υπό την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος. Οι Απολογητές, εμβαθύνοντας στη Γραφή και χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη φιλοσοφία ως εργαλείο, διετύπωσαν την πίστη με τρόπο κατανοητό στον τότε κόσμο. Οι Μάρτυρες, τέλος, πιστοποίησαν με τη θυσία τους ότι η αλήθεια που μετέδωσαν οι προηγούμενοι δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά ζωή αιώνια που νικά τον θάνατο.
Αυτή η τριπλή μαρτυρία συνεχίζεται έως σήμερα. Κάθε πιστός καλείται να γίνει μάρτυρας της Αναστάσεως, ομολογώντας τον Χριστό με τον λόγο του, με την απολογητική του στάση απέναντι στις προκλήσεις του κόσμου, και εν ανάγκη με την καρτερική υπομονή των θλίψεων. Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν δύο είδη χριστιανών· όλοι καλούμαστε στην ίδια ομολογία, ο καθένας στην κλίση του.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Οι πρώτοι μάρτυρες της πίστεως μάς υπενθυμίζουν ότι η χριστιανική ιδιότητα δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά δημόσια μαρτυρία. Το «τετράμορφον Εὐαγγέλιον» που διακήρυξε ο Άγιος Ειρηναίος παραμένει το διαρκές μέτρο της αληθείας. Τα έργα των Απολογητών μας διδάσκουν ότι η ορθή πίστη δεν φοβάται τον διάλογο, διότι ο σπερματικός Λόγος έχει προετοιμάσει κάθε ανθρώπινη αναζήτηση. Και τα λείψανα των μαρτύρων, που τιμούμε έως σήμερα, μας ενθαρρύνουν να μην υπολογίζουμε τον θάνατο ως τέλος αλλά ως θύρα προς την αληθινή ζωή.
Η στράτευση αυτής της μαρτυρίας δεν ανήκει μόνο σε μια ένδοξη εποχή του παρελθόντος. Ζωντανεύει σε κάθε Θεία Λειτουργία, όπου η θυσία του Χριστού γίνεται παρούσα, και σε κάθε καρδία που ομολογεί: «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ας παρακαλέσουμε τις πρεσβείες των Αγίων Αποστόλων και Ευαγγελιστών, των Απολογητών και πάντων των Μαρτύρων, ώστε η δική μας ζωή να γίνει μια διαρκής, ζωντανή μαρτυρία της Αναστάσεως.