Ο θάνατος δεν είναι ούτε ανυπαρξία ούτε απελευθέρωση μιας αθάνατης ψυχής από ένα ξένο προς αυτήν σώμα. Είναι, κατά τον πατερικό ορισμό, χωρισμός ψυχής από σώμα. Ακριβώς επειδή είναι χωρισμός, και όχι φυσική κατάληξη ή διάλυση του ανθρώπου σε ανυπαρξία, η ελπίδα της Εκκλησίας δεν είναι η επιβίωση μιας αποσπασμένης ψυχής, αλλά η ανάσταση: η επανασύνδεση εκείνου που χωρίστηκε. Αυτή η αλήθεια θεμελιώνει την ορθόδοξη ανθρωπολογία, την τιμή προς τα σώματα των κεκοιμημένων και τον χαρακτηρισμό του θανάτου ως κοίμησης. Η θέση αυτή αναπτύσσεται επίσης στο Ο θάνατος και η ψυχή στην ορθόδοξη ανθρωπολογία, εδώ όμως εστιάζουμε στον πατερικό ορισμό και τις συνέπειές του.
Ο ορισμός του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και ο συλλογισμός για την ανάσταση
Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στην Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ορίζει: «θάνατον ἤτοι χωρισμὸν τῆς ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος». Ο ορισμός δεν είναι αυτοτελές λεξικογραφικό λήμμα, αλλά διατυπώνεται μέσα σε συλλογισμό για την ανάσταση. Στο βιβλίο Δ΄, στο κεφάλαιο «Περὶ ἀναστάσεως», ο ίδιος συμπληρώνει: «Εἰ γὰρ θάνατον ὁρίζονται χωρισμὸν ψυχῆς ἀπὸ σώματος, ἀνάστασίς ἐστι πάντως συνάφεια πάλιν ψυχῆς καὶ σώματος καὶ δευτέρα τοῦ διαλυθέντος καὶ πεσόντος ζῴου στάσις». Δηλαδή ο θάνατος και η ανάσταση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: ό,τι χωρίστηκε, θα ενωθεί πάλι. Ο ορισμός δεν εξυπηρετεί μια μεταφυσική της ψυχής, αλλά την πίστη ότι ο άνθρωπος, ως σύνθετη ύπαρξη, δεν χάνεται οριστικά. Ο θάνατος είναι διάλυση της ενότητας που συγκροτεί τον άνθρωπο· η ανάσταση είναι η αποκατάστασή της.
Το ανθρωπολογικό επιχείρημα του Αθηναγόρα
Ο Αθηναγόρας ο Αθηναίος στο έργο του Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ονομάζει τον θάνατο «χωρισμὸν ψυχῆς ἀπὸ τῶν τοῦ σώματος μερῶν καὶ μορίων». Το κρίσιμο επιχείρημά του είναι ανθρωπολογικό: για ψυχή χωρισμένη από το σώμα δεν νοείται ούτε αρετή ούτε μακαριότητα, διότι ο προορισμός αφορά τον σύνθετο άνθρωπο και όχι τη μόνη ψυχή. Επομένως ο άνθρωπος δεν είναι ψυχή που κατοικεί προσωρινά σε ένα σώμα, ούτε σώμα με πρόσθετη ψυχή· είναι το ενωμένο και των δύο. Όταν ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος στα Ασκητικά του Λόγο Β΄ ονομάζει τον θάνατο «διάλυσιν», «ήγγικέ σου η εκ του σώματος διάλυσις», περιγράφει ακριβώς αυτή τη διάλυση της ενότητας που δεν είναι φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ως ψυχοσωματική ολότητα, και γι’ αυτό ο χωρισμός είναι τραγικός και παρά φύσιν, όχι ομαλή εξέλιξη.
Αντίθεση προς την αντίληψη ότι το σώμα είναι φυλακή
Ο ορισμός του θανάτου ως χωρισμού αποκλείει τον πλατωνικό και ωριγενιστικό λογισμό ότι το σώμα είναι φυλακή και ο θάνατος απελευθέρωση. Στην πατερική παράδοση το σώμα δεν είναι αλλοτριωμένο περίβλημα αλλά συστατικό του ανθρώπινου προσώπου· ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον Λόγο περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως και στο Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, αντιλαμβάνεται το σώμα όχι ως δεσμωτήριο αλλά ως δημιούργημα του Θεού που μετέχει στον προορισμό του ανθρώπου. Η ιδέα της προϋπάρξεως των ψυχών συνδέεται με αναθεματισμούς που σχετίζονται με τη σύνοδο του 553 (βλ. Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος), αν και η έρευνα αμφισβητεί αν οι αναθεματισμοί αυτοί ψηφίστηκαν από την ίδια τη σύνοδο. Ο ορισμός αποκλείει επίσης κάθε ιδέα μετενσαρκώσεως, διότι ο χωρισμός και η επανασύνδεση δεν είναι επάνοδος σε διαδοχικά σώματα αλλά αποκατάσταση του ιδίου ανθρώπου. Τέλος, αποκλείει τον ψυχοθνητισμό· οι Μάρτυρες του Ιεχωβά διδάσκουν πλήρη εξαφάνιση του ανθρώπου ως την ανάσταση, όχι απλώς ύπνο της ψυχής, κάτι που εξετάζεται σε χωριστό άρθρο. Ο θάνατος δεν είναι ούτε φυγή από το σώμα ούτε εξαφάνιση· είναι χωρισμός με ελπίδα επανένωσης.
Γιατί ο θάνατος είναι συνάμα εχθρός και κοίμησις
Η Αγία Γραφή δεν ωραιοποιεί τον θάνατο. Μετά την πτώση ακούγεται: «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. 3,19), και ο Εκκλησιαστής περιγράφει: «καὶ ἐπιστρέψῃ ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν, ὡς ἦν, καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἔδωκεν αὐτό» (Ἐκκλ. 12,7). Ο θάνατος είναι διάλυση, χωρισμός· γι’ αυτό ο Παύλος τον ονομάζει «ἔσχατος ἐχθρός» που θα καταργηθεί (Α΄ Κορ. 15,26). Συνάμα όμως, μετά την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος για τους πιστούς λέγεται κοίμησις. Ο ίδιος ο Κύριος λέει: «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται» (Ιω. 11,11). Και ο απόστολος Παύλος παρηγορεί τους Θεσσαλονικείς «περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε… τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» (Α΄ Θεσ. 4,13-14). Δεν αλλάζει η φύση του θανάτου ως χωρισμού, αλλά αλλάζει το νόημά του: επειδή ο Χριστός αναστήθηκε, ο χωρισμός δεν είναι οριστικός. Γι’ αυτό ο όρος «κοίμησις» δεν είναι ευφημισμός αλλά ομολογία πίστεως. Ο θάνατος παραμένει εχθρός, αλλά ένας εχθρός που έχει ήδη νικηθεί και θα καταργηθεί οριστικά.
Η τιμή του σώματος, της ταφής και των λειψάνων ως συνέπεια του ορισμού
Αν ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα σε ενότητα, τότε το σώμα δεν είναι απλώς όχημα ή κέλυφος. Ο Δαμασκηνός, στο βιβλίο Δ΄ της Εκδόσεως, υπενθυμίζει ότι τα σώματα των αγίων είναι ναός του ενοικούντος Πνεύματος και ότι «ὁ θάνατος γὰρ τῶν ἁγίων ὕπνος μᾶλλόν ἐστι ἢ θάνατος» και «τοὺς ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως… κοιμηθέντας οὐ νεκροὺς προσαγορεύομεν». Αυτό θεμελιώνει την τιμή προς τα λείψανα: δεν προσκυνούμε νεκρή ύλη, αλλά τιμούμε σώματα που αγιάστηκαν και αναμένουν την ανάσταση. Η φροντίδα για την ταφή, ο σεβασμός του σώματος, η τέλεση της εξοδίου ακολουθίας, είναι συνέπειες του ορισμού: ό,τι θα αναστηθεί δεν είναι ξένο προς τον άνθρωπο, αλλά το ίδιο το σώμα του. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει το σώμα ως πρόσκαιρο· το αγιάζει, το ευλογεί και το εμπιστεύεται στη γη με την προσδοκία της εγέρσεως.
Η μαρτυρία των νεκρωσίμων ιδιομέλων
Η λειτουργική παράδοση επιβεβαιώνει την ίδια αλήθεια χωρίς εξωραϊσμό. Στη Νεκρώσιμη Ἀκολουθία ψάλλουμε: «Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος;», μια υπενθύμιση της ματαιότητας των επίγειων ηδονών. Αλλά και: «Οἴμοι, οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος!» και «Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται». Η Εκκλησία δεν παρουσιάζει τον χωρισμό ως ήρεμη απελευθέρωση· τον ονομάζει αγώνα και μυστήριο φοβερό. Δεν αρνείται τη βίαιη διάλυση της ανθρώπινης ενότητας, αλλά ταυτόχρονα ελπίζει· η ακολουθία ολοκληρώνεται με την προσδοκία της αναστάσεως. Η αγωνία του χωρισμού δεν ακυρώνει την ελπίδα, αλλά την κάνει πιο αληθινή. Τα ιδιόμελα αυτά δεν αποδίδονται σε συγκεκριμένο υμνογράφο, αλλά εκφράζουν τη σταθερή φωνή της Εκκλησίας.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ο θάνατος ως χωρισμός ψυχής και σώματος δεν είναι το τέλος του ανθρώπου, αλλά η διάλυση μιας ενότητας που δημιουργήθηκε για να είναι αιώνια. Η Εκκλησία δεν καλεί σε στωική απάθεια ούτε σε πλατωνική περιφρόνηση του σώματος. Καλεί σε πένθος με ελπίδα: θρηνούμε τον χωρισμό, αλλά ομολογούμε ότι ο Χριστός νίκησε τον έσχατο εχθρό. Γι’ αυτό οι κεκοιμημένοι δεν είναι νεκροί, αλλά κοιμώμενοι εν Κυρίω· και το σώμα τους, που αναπαύεται στη γη, αναμένει την ημέρα κατά την οποία θα ενωθεί πάλι με την ψυχή του σε αδιάσπαστη κοινωνία ζωής. Αυτή είναι η ορθόδοξη παρηγορία: όχι άρνηση του θανάτου, αλλά υπέρβασή του μέσα στην ελπίδα της αναστάσεως.