Στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ἡ Ἐκκλησία δὲν λέει ὅτι προσδοκᾷ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Λέει «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Ἡ διατύπωση εἶναι σκληρότερη ἀπ’ ὅσο συνήθως τὴν ἀκοῦμε, γιατὶ δὲν ὑπόσχεται τὴ διαφυγὴ ἀπὸ τὸ σῶμα ἀλλὰ τὴν ἀνάστασή του. Ἡ πρώτη μεγάλη σύγκρουση γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ἔγινε πρὶν ἀπὸ τὴ Νίκαια, καὶ τὴν ἄνοιξε ἕνας ἐπίσκοπος τῆς Λυκίας ποὺ λίγα χρόνια ἀργότερα θὰ μαρτυροῦσε, ὁ ἅγιος Μεθόδιος.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ ἄφησε ὁ Ὠριγένης

Ὁ Ὠριγένης, ὁ μεγαλύτερος λόγιος τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον δίδαξε στὴν Ἐκκλησία πῶς νὰ διαβάζει τὴ Γραφή, εἶχε ἀφήσει πίσω του ἕνα ἐρώτημα ποὺ δὲν σήκωνε ἀοριστολογία. Ἂν τὸ σῶμα ποὺ ἔχουμε ἀλλάζει διαρκῶς ὑλικά, ἂν ἡ σάρκα τοῦ βρέφους δὲν εἶναι ὑλικὰ ἡ ἴδια μὲ τὴ σάρκα τοῦ γέροντα, τί ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀνίσταται; Ἡ ἀπάντησή του κινήθηκε στὴ γραμμὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιὰ τὸ «σῶμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 44): ἐκεῖνο ποὺ μένει καὶ ἀνασταίνεται δὲν εἶναι ἡ ὕλη, ποὺ ρέει, ἀλλὰ τὸ εἶδος, ἡ μορφὴ ποὺ συγκρατεῖ τὸ σῶμα σὲ ταυτότητα μέσα στὴ ροή. Τὸ ἀναστημένο σῶμα εἶναι ἄλλης ποιότητας, λεπτότερο, δοξασμένο, ταιριαστὸ στὴ νέα κατάσταση.

Στὴν ἴδια συνάφεια ὁ Ὠριγένης διάβαζε καὶ τοὺς «δερμάτινους χιτῶνες» τῆς Γενέσεως (γ΄ 21) ὡς τὸ ὑλικὸ σῶμα ποὺ φόρεσε ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση, καὶ ἄφηνε ἀνοιχτὸ τὸ ἐνδεχόμενο οἱ ψυχὲς νὰ προϋπῆρχαν καὶ νὰ ἐνσωματώθηκαν ὡς συνέπεια μιᾶς πρότερης ἐκπτώσεως. Πρέπει ἐδῶ νὰ εἴμαστε δίκαιοι μὲ τὸ ἱστορικὸ πρόσωπο. Ὁ Ὠριγένης ἔγραφε ἐρευνητικά, συχνὰ διατυπώνοντας ὑποθέσεις καὶ ὄχι ὅρους πίστεως, καὶ ὁ ὠριγενισμὸς ποὺ καταδικάστηκε συνοδικὰ τὸν ΣΤ΄ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Ἰουστινιανοῦ, εἶχε στὸ μεταξὺ σκληρύνει σὲ σύστημα μέσα ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Ἀπὸ τὶς κατηγορίες ποὺ τοῦ ἀποδόθηκαν, μερικὲς ἀνήκουν στοὺς ἀντιπάλους του καὶ ὄχι στὰ κείμενά του, ὅπως ἡ διαβόητη ἐκδοχὴ ὅτι δίδασκε σφαιρικὰ ἀναστημένα σώματα.

Ὁ Ἀγλαοφῶν

Ὁ Μεθόδιος ἀπάντησε μὲ ἕναν διάλογο, τὸ «Περὶ ἀναστάσεως», γνωστὸ καὶ ὡς «Ἀγλαοφῶν» ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ συνομιλητῆ ποὺ ὑπερασπίζεται τὴν ὠριγενικὴ θέση. Τὸ ἔργο δὲν σώθηκε ἀκέραιο στὸ πρωτότυπο. Ἐκτενῆ ἑλληνικὰ ἀποσπάσματα τὸ διέσωσε ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου, ποὺ τὸ ἀντέγραψε σχεδὸν κατὰ γράμμα μέσα στὸ δικό του ἀντιρρητικὸ ἔργο, ἐνῶ ὁλόκληρο σώζεται σὲ παλαιοσλαβονικὴ μετάφραση. Ἡ ἐπιχειρηματολογία του κινεῖται σὲ τρία ἐπίπεδα.

Τὸ πρῶτο εἶναι ἀνθρωπολογικό. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ψυχὴ ποὺ κατοικεῖ προσωρινὰ σὲ σῶμα, εἶναι ψυχὴ καὶ σῶμα μαζί. Ἂν λοιπὸν στὴν ἀνάσταση δὲν ἐπιστρέψει τὸ σῶμα, δὲν ἀνίσταται ὁ ἄνθρωπος ἀλλὰ κάτι λιγότερο ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἡ σωτηρία ἀφορᾷ τὸ μισό. Τὸ δεύτερο εἶναι ἑρμηνευτικό. Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες, ἐπιμένει ὁ Μεθόδιος, δὲν εἶναι τὸ σῶμα. Τὸ σῶμα τὸ ἔπλασε ὁ Θεὸς πρὶν ἀπὸ τὴν παράβαση καὶ τὸ εἶδε καλὸ λίαν. Ἐκεῖνο ποὺ προστέθηκε μετὰ τὴν πτώση εἶναι ἡ νέκρωση, ἡ φθορὰ καὶ ἡ θνητότητα ποὺ τὸ τύλιξαν. Ἡ διάκριση δὲν εἶναι σχολαστική· ἀπὸ αὐτὴν κρέμεται τὸ ἂν ἡ ὕλη εἶναι δημιούργημα καλὸ ἢ τιμωρία.

Τὸ τρίτο εἶναι μιὰ εἰκόνα, καὶ εἶναι ἡ πιὸ γνωστὴ σελίδα τοῦ ἔργου. Ἕνας τεχνίτης φτιάχνει ἄγαλμα ἀπὸ πολύτιμο μέταλλο. Κάποιος φθονερὸς τοῦ τὸ καταστρέφει. Ὁ τεχνίτης δὲν τὸ πετᾷ· τὸ λιώνει καὶ τὸ ξαναχύνει, ὥστε νὰ ξαναγίνει τὸ ἴδιο ἄγαλμα χωρὶς τὸ ἐλάττωμα. Ἔτσι, λέει ὁ Μεθόδιος, ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ σώματος ἀλλὰ ἡ ἀναχώνευσή του, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ τὸ ἴδιο καὶ ὄχι ἄλλο, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὴ φθορά. Ἡ ταυτότητα δὲν διασφαλίζεται ἀπὸ τὴ συνέχεια τῶν ὑλικῶν σωματιδίων, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ ἀνακαλεῖ τὸ πλάσμα του.

Γιατὶ ἔχει σημασία σήμερα

Ἡ διαμάχη φαίνεται ἀπόμακρη, εἶναι ὅμως ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ὀρθόδοξη εὐσέβεια ἔχει τὴ μορφὴ ποὺ ἔχει. Ἐπειδὴ τὸ σῶμα ἀνασταίνεται καὶ δὲν ἀπορρίπτεται, ἡ Ἐκκλησία θάπτει τοὺς νεκρούς της μὲ τιμή, ἀσπάζεται καὶ τιμᾷ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλείφει μὲ ἔλαιο, χρίει μὲ μύρο, βαπτίζει σώματα καὶ ὄχι ἰδέες. Ἡ νηστεία της δὲν εἶναι περιφρόνηση τῆς σάρκας ἀλλὰ ἄσκησή της. Ὁ ἀσκητισμὸς ποὺ μισεῖ τὸ σῶμα εἶναι πάντοτε συγγενὴς τοῦ γνωστικισμοῦ, ὄχι τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἔχει σημασία καὶ γιὰ ἕναν δεύτερο λόγο. Ὁ Μεθόδιος δὲν ἀπέρριψε τὸν Ὠριγένη συνολικά. Χρωστοῦσε σὲ αὐτὸν τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνευτικὴ ποὺ ὁ ἴδιος χρησιμοποιεῖ ἄφθονα, καὶ τὴ χρησιμοποιεῖ ἀκόμη καὶ ὅταν τὸν ἀντικρούει. Ξεχώρισε τὸ σημεῖο ὅπου ἡ θεολογία εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἀντιμετώπισε ἐκεῖ, ἀντὶ νὰ ἀναθεματίσει ἕναν ὁλόκληρο δάσκαλο. Αὐτὸς ὁ τρόπος, ποὺ ξεχωρίζει τὸ λάθος ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἐπιχείρημα ἀπὸ τὴν κατηγορία, ἔμεινε ὁ πατερικὸς τρόπος.

Ὁ ἅγιος Μεθόδιος μαρτύρησε περὶ τὸ 311, χωρὶς νὰ προλάβει τὴ Νίκαια. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 20 Ἰουνίου. Στὸν Κόμβο μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὸν βίο του, τὸ ἔργο του καὶ τὸ Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων στὸ πρωτότυπο, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ὀγδόη Ἡμέρα.