Στην πρόσφατη εκκλησιαστική ιστορία υπήρξαν, και ενίοτε υπάρχουν, κληρικοί που εξέφρασαν συμπάθεια προς εθνικιστικά μορφώματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του τότε Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβροσίου, ο οποίος το 2012 προέβη σε δημόσια θετικά σχόλια για τη Χρυσή Αυγή και το 2013 χαρακτήρισε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα ως «δικαίωση». Το γεγονός αυτό είναι τεκμηριωμένο, αλλά και μεμονωμένο· αφορά πρόσωπα, όχι τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον νεοναζισμό, διότι ο πυρήνας του τελευταίου είναι νεοπαγανιστικός και αντιχριστιανικός, ενώ η εκκλησιολογία της έχει ήδη καταδικάσει κάθε μορφή φυλετισμού από τον 19ο αιώνα. Η έμπρακτη μαρτυρία ιεραρχών κατά τη διάρκεια της Κατοχής επιβεβαιώνει αυτή την αλήθεια.
Ο νεοπαγανιστικός και αντιχριστιανικός πυρήνας της ναζιστικής ηγεσίας
Το πρόγραμμα του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (NSDAP) του 1920, στο άρθρο 24, δήλωνε ότι το κόμμα «εκπροσωπεί το σημείο ενός θετικού χριστιανισμού» (positives Christentum), χωρίς όμως ομολογιακή δέσμευση. Η διατύπωση αυτή ήταν σκόπιμα ασαφής πολιτική φόρμουλα και όχι θεολογική τοποθέτηση. Η στενή ηγεσία του καθεστώτος καλλιέργησε τεκμηριωμένα ένα νεοπαγανιστικό και αντιχριστιανικό πρόγραμμα.
Ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, στο έργο του «Der Mythus des 20. Jahrhunderts» (1930), διατύπωσε μια «θρησκεία του αίματος» και αρνήθηκε την εβραϊκότητα του Ιησού Χριστού. Το βιβλίο αυτό τοποθετήθηκε στον Index Librorum Prohibitorum του Βατικανού στις 7 Φεβρουαρίου 1934, ως ένδειξη της ρωμαιοκαθολικής αντίδρασης. Ο Χάινριχ Χίμλερ ίδρυσε το Ahnenerbe την 1η Ιουλίου 1935, ένα ερευνητικό ίδρυμα των SS για την «αρειανή» φυλετική ιστορία, με στόχο τη δημιουργία μιας υποκατάστατης θρησκείας. Ο Γιάκομπ Βίλχελμ Χάουερ ίδρυσε τον Ιούλιο του 1933 τη Γερμανική Κίνηση Πίστεως (Deutsche Glaubensbewegung), ένα νεοπαγανιστικό κίνημα ρητά εκτός του χριστιανισμού.
Επιπλέον, ο Μάρτιν Μπόρμαν, σε μυστικό σημείωμά του προς τους Gauleiters στις 6 Ιουνίου 1941, δήλωσε ότι «εθνικοσοσιαλισμός και χριστιανισμός είναι ασυμβίβαστα». Το σημείωμα αποσύρθηκε τυπικά κατ’ εντολή του Χίτλερ στις 31 Ιουλίου 1941, χωρίς όμως αποκήρυξη του περιεχομένου του. Αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι ο ναζισμός υπήρξε καθαρά ειδωλολατρικό κίνημα· η ιστοριογραφική συζήτηση παραμένει σύνθετη. Ωστόσο, η τεκμηριωμένη κατεύθυνση της στενής ηγεσίας ήταν σαφώς νεοπαγανιστική και αντιχριστιανική.
Η περίπτωση των «Γερμανών Χριστιανών» και οι δυτικές αντιδράσεις
Οι λεγόμενοι «Γερμανοί Χριστιανοί» (Deutsche Christen), που ιδρύθηκαν το 1932, ήταν ένα αμιγώς προτεσταντικό κίνημα εντός της Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας. Ζήτησαν την κατάργηση της Παλαιάς Διαθήκης και κέρδισαν τις εκκλησιαστικές εκλογές στις 23 Ιουλίου 1933. Το κίνημα αυτό δεν είχε κανένα θεσμικό δεσμό με την Ορθοδοξία και αποτελεί εσωτερική υπόθεση του προτεσταντικού κόσμου.
Στον δυτικό χριστιανισμό υπήρξαν επίσης σημεία αντίστασης, όπως η εγκύκλιος «Mit brennender Sorge» του Πίου ΙΑ΄ (υπογραφή 14 Μαρτίου 1937, ανάγνωση στους ναούς 21 Μαρτίου 1937) και η Δήλωση του Μπάρμεν (29-31 Μαΐου 1934), με κύριο συντάκτη τον Καρλ Μπαρτ. Και τα δύο όμως είναι δυτικά, μη ορθόδοξα κείμενα χριστιανικής αντιστάσεως και πρέπει να χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τη δική της αυτοτελή εκκλησιολογική απάντηση.
Η συνοδική καταδίκη του εθνοφυλετισμού από το 1872
Το ισχυρότερο επιχείρημα κατά της σύνδεσης Ορθοδοξίας και νεοναζισμού βρίσκεται στην ίδια την εκκλησιολογία. Η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 1872 (29 Αυγούστου έως 16 Σεπτεμβρίου 1872), εξ αφορμής της Βουλγαρικής Εξαρχίας, καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό. Πρόκειται για τοπική σύνοδο με πανορθόδοξη αποδοχή, όχι για Οικουμενική υπό τη στενή έννοια. Το κείμενό της διακηρύσσει: «Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καὶ καταδικάζοντες τὸν φυλετισμόν, τουτέστι τὰς φυλετικὰς διακρίσεις, καὶ τὰς ἐθνικὰς ἔρεις καὶ ζήλους καὶ διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ».
Με αυτή τη διατύπωση, η Ορθοδοξία είχε ήδη καταδικάσει συνοδικά τη λογική «φυλή πάνω από Εκκλησία» έναν ολόκληρο αιώνα πριν την εμφάνιση του ναζισμού. Τα θεολογικά θεμέλια αυτής της καταδίκης είναι σαφή: ο Απόστολος Παύλος γράφει «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην» (Γαλ. 3,28), ο Χριστός δίνει εντολή να μαθητευθούν «πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 28,19), και η Παλαιά Διαθήκη διακηρύσσει ότι κάθε άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού (Γέν. 1,26-27). Επιπλέον, η ίδια η σάρκα του Χριστού και της Θεοτόκου είναι εβραϊκή, και οι προφήτες και οι απόστολοι της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης περιλαμβάνονται στο ορθόδοξο εορτολόγιο. Ο φυλετικός διαχωρισμός είναι εκκλησιολογικά αδιανόητος.
Η έμπρακτη μαρτυρία των ιεραρχών που έσωσαν Εβραίους
Η πιο ισχυρή απάντηση στην ψευδή ταύτιση Ορθοδοξίας και ναζισμού είναι η έμπρακτη μαρτυρία ιεραρχών κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου τον Μάρτιο του 1943 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας προς τις αρχές Κατοχής κατά των διώξεων των Εβραίων, μαζί με 27 ακόμη προσωπικότητες. Ο ίδιος οργάνωσε την έκδοση πλαστών βαπτιστικών βεβαιώσεων για να προστατεύσει διωκόμενους.
Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος (Δημητρίου), μαζί με τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ, το 1944 αρνήθηκαν να παραδώσουν κατάλογο των Εβραίων του νησιού και διέσωσαν και τους 275 Εβραίους της Ζακύνθου. Τιμήθηκαν ως «Δίκαιοι των Εθνών» από το Γιαντ Βασσέμ. Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ Αλεξόπουλος, σε συνεργασία με τον αρχιρραβίνο Μωυσή Πεσσάχ, διέσωσαν περίπου 130 Εβραίους του Βόλου. Ο Ιωακείμ ανακηρύχθηκε «Δίκαιος των Εθνών» το 1998. Αυτές οι πράξεις δεν ήταν μεμονωμένες εξαιρέσεις, αλλά συνέπεια της ορθόδοξης ανθρωπολογίας.
Η σύγχρονη ορθόδοξη στάση και το νομικό πλαίσιο
Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να απορρίπτει τον εθνοφυλετισμό και τον ρατσισμό και στη σύγχρονη εποχή. Το κείμενο «For the Life of the World: Toward a Social Ethos of the Orthodox Church», που εκδόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2020, στην παράγραφο 11 καταδικάζει ρητά τον εθνοφυλετισμό και τον ρατσισμό, καλώντας μάλιστα σε αποβολή από την εκκλησιαστική κοινότητα όσων μελών τα προωθούν.
Στις 7 Οκτωβρίου 2020, ελληνικό δικαστήριο έκρινε την ηγεσία της Χρυσής Αυγής ένοχη λειτουργίας εγκληματικής οργανώσεως. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι ο νεοναζισμός αποτελεί ποινικό αδίκημα, όχι πολιτική άποψη. Οι μεμονωμένες δηλώσεις κληρικών, όπως του τότε Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβροσίου, δεν απηχούν τη διδασκαλία της Εκκλησίας ούτε ακυρώνουν τη συνοδική παράδοση. Η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με τα πρόσωπα που την υπηρετούν, αλλά με το Σώμα του Χριστού, το οποίο είναι καθολικό και αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως καταγωγής.
Η αντίθεση μεταξύ Ορθοδοξίας και νεοναζισμού είναι λοιπόν θεμελιώδης και αγεφύρωτη: από τη μία πλευρά, ένας νεοπαγανιστικός και αντιχριστιανικός πυρήνας εξουσίας· από την άλλη, μία Εκκλησία που συνοδικά καταδίκασε τον φυλετισμό πριν από ενάμιση αιώνα, θεμελιωμένη στην εικόνα του Θεού σε κάθε άνθρωπο, και με έμπρακτη μαρτυρία ιεραρχών που έσωσαν Εβραίους εν μέσω διωγμών. Όποιος επιχειρεί να συνδέσει την Ορθοδοξία με τον νεοναζισμό αγνοεί την ίδια την ουσία της εκκλησιαστικής πίστης.