Γάγγρας (340)
Κανόνες τῆς ἐν Γάγγρᾳ Τοπικῆς Συνόδου
Συνεκλήθη ἐν Γάγγρᾳ τῶν Παφλαγόνων (340 μ.Χ.)
Περίληψη
Εισαγωγή
Οι Ιεροί Κανόνες της εν Γάγγρα Συνόδου, συγκληθείσας περί το 340 μ.Χ., αποτελούν τοπόσημο για την αντιμετώπιση των πρώιμων υπερβολών του μοναχικού κινήματος, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από τον κύκλο του Ευσταθίου Σεβαστείας. Οι οπαδοί του, υπό το πρόσχημα μιας ριζοσπαστικής ασκήσεως, έφτασαν να περιφρονούν τον γάμο, να απαγορεύουν την κρεοφαγία, να απορρίπτουν την εκκλησιαστική λατρεία και να υπονομεύουν την κανονική τάξη, δημιουργώντας σχίσμα στην τοπική Εκκλησία. Οι είκοσι ένα κανόνες, διατυπωμένοι με τη μορφή αναθεματισμών («εἴ τις… ἀνάθεμα ἔστω»), δεν στοχεύουν τη γνήσια άσκηση αλλά τις αιρετικές παρεκκλίσεις που διασπούσαν την ενότητα του σώματος του Χριστού. Ο επίλογος της Συνόδου, μάλιστα, αποσαφηνίζει την ορθόδοξη αντίληψη, εξαίροντας την ταπείνωση, την υπακοή και την αγάπη ως θεμέλια κάθε πνευματικού αγώνα. Η παρούσα σύνοψη ακολουθεί τη δομή των κανόνων, ομαδοποιώντας τους σε βασικές θεματικές ενότητες, και αναδεικνύει το διαχρονικό μήνυμά τους για την ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και εκκλησιαστικής πειθαρχίας.
Περί Οικογενειακών και Κοινωνικών Σχέσεων
Οι πρώτοι κανόνες —και αρκετοί στη συνέχεια— υπερασπίζονται τη θεοσύστατη θεσμοθέτηση του γάμου και την οικογενειακή συνοχή, απέναντι σε όσους τις εξευτέλιζαν στο όνομα δήθεν ανώτερης πνευματικότητας. Η Σύνοδος αναθεματίζει εκείνον που μέμφεται τον γάμο αυτόν καθεαυτόν, βδελύσσεται τη σύζυγο που συνευρίσκεται με τον άνδρα της και τη θεωρεί ανίκανη για τη Βασιλεία του Θεού. Με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η αγιότητα της έγγαμης ζωής, εφόσον βιώνεται μέσα στην πίστη και την ευλάβεια.
Εἴ τις τὸν γάμον μέμφοιτο, καὶ τὴν καθεύδουσαν μετὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς, οὖσαν πιστὴν καὶ εὐλαβῆ, βδελύσσοιτο ἢ μέμφοιτο, ὡς ἂν μὴ δυναμένην εἰς βασιλείαν εἰσελθεῖν, ἀνάθεμα ἔστω
Εδώ απορρίπτεται ρητά η εγκρατιτική αίρεση που υποβίβαζε τη συζυγία σε εμπόδιο σωτηρίας. Αντίστοιχα, ο Θ΄ κανόνας καταδικάζει όποιον επιλέγει την παρθενία ή την εγκράτεια από βδελυγμία προς τον γάμο και όχι εξαιτίας του αυθεντικού κάλλους της, ενώ ο Ι΄ κανόνας χαλιναγωγεί την υπερηφάνεια όσων υπερηφανεύονταν έναντι των εγγάμων. Η προστασία της οικογένειας συνεχίζεται στον ΙΔ΄ κανόνα, που αναθεματίζει τη γυναίκα που εγκαταλείπει τον σύζυγό της, και στους ΙΕ΄ και ΙΣΤ΄, οι οποίοι θωρακίζουν τα τέκνα από την παραμέληση και τους γονείς από την ασέβεια των παιδιών, ακόμη και όταν οι τελευταίοι επικαλούνται την άσκηση. Ακόμη και η εξωτερική εμφάνιση προστατεύεται: ο ΙΖ΄ κανόνας απαγορεύει στις γυναίκες να κουρεύουν τα μαλλιά τους ως δήθεν ασκητική πράξη, υπογραμμίζοντας τον συμβολισμό της υποταγής που ενέχει το φύλο τους κατά τη θεία πρόνοια.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γ΄ κανόνας υπερασπίζεται την κοινωνική τάξη, αναθεματίζοντας όποιον προτρέπει δούλο να περιφρονήσει τον δεσπότη του και να απέχει από την υπηρεσία του, επικαλούμενος δήθεν ευσέβεια. Η υπακοή και η τιμή προς τον κύριο του σπιτιού παρουσιάζονται εδώ ως χρέος συμβατό με τη χριστιανική ζωή, αποτρέποντας την ανατροπή της δεδομένης κοινωνικής συνοχής.
Περί Ασκητικών Παρεκτροπών και Διατροφής
Ένα από τα κεντρικά πεδία σύγκρουσης αφορούσε τη στάση απέναντι στην τροφή και συγκεκριμένα την κρεοφαγία. Ο Β΄ κανόνας είναι σαφής:
Εἴ τις ἐσθίοντα κρέα, χωρὶς αἵματος, καὶ εἰδωλοθύτου, καὶ πνικτοῦ, μετ᾽ εὐλαβείας καὶ πίστεως, κατακρίνοι ὡς ἂν διὰ τὸ μεταλαμβάνειν ἐλπίδα μὴ ἔχοντα, ἀνάθεμα ἔστω
Λίγες λέξεις αρκούν για να αποκαλυφθεί η παρά φύσιν αντίληψη που συνέδεε την κατανάλωση αίματος, ειδωλοθύτου ή πνικτού (απαγορευμένων εξάλλου από την Αποστολική Σύνοδο) με όλα τα κρέατα εν γένει, και επιπλέον την ανάγκαζε σε «αναγκαία» συνθήκη σωτηρίας. Η σύνοδος αντιτάσσει την ελευθερία μετ’ ευλαβείας και πίστεως.
Παράλληλα, η ίδια υπερβάλλουσα αντίληψη περί ασκήσεως εξέτρεπε πολλούς σε νηστείες την Κυριακή, ημέρα αναστάσιμης χαράς. Ο ΙΗ΄ κανόνας είναι λιτός αλλά κατηγορηματικός:
Εἴ τις διὰ νομιζομένην ἄσκησιν ἐν τῇ Κυριακῇ νηστεῦοι, ἀνάθεμα ἔστω
Έτσι διαφυλάσσεται ο εορταστικός χαρακτήρας της Κυριακής και καταδικάζεται η τυπολατρική ευσέβεια που αυτοσχεδιάζει κανόνες πέραν της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Προς την ίδια κατεύθυνση, ο ΙΘ΄ κανόνας αναθεματίζει όσους, χωρίς σωματική ανάγκη, υπερηφανεύονται και παραλύουν τις παραδεδομένες κοινές νηστείες της Εκκλησίας, έχοντας μέσα τους «τέλειον λογισμόν». Δηλαδή ακόμη και αν κανείς ασκείται περισσότερο, δεν δικαιούται να περιφρονεί την κοινή τάξη ούτε να την επιβάλλει στους άλλους ως δόγμα. Συναφείς είναι και οι κανόνες ΙΒ΄ και ΙΓ΄, που αφορούν την εξωτερική αμφίεση: απαγορεύουν σε άνδρες και γυναίκες να υιοθετούν, δήθεν προς άσκηση, ενδύματα του αντίθετου φύλου, διότι κάτι τέτοιο αλλοιώνει τη φυσική και εκκλησιαστική διαπαιδαγώγηση.
Περί Εκκλησιαστικής Λατρείας και Τάξεως
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο ήταν η εκκλησιολογία: οι ευσταθιανοί δημιουργούσαν παράλληλες λατρευτικές συνάξεις, αποκόπτονταν από την επισκοπική κοινωνία και διαχειρίζονταν αυθαίρετα τις οικονομικές προσφορές. Ο ΣΤ΄ κανόνας είναι χαρακτηριστικός:
Εἴ τις παρὰ τὴν ἐκκλησίαν ἰδίᾳ ἐκκλησιάζοι, καὶ καταφρονῶν τῆς ἐκκλησίας, τὰ τῆς ἐκκλησίας ἐθέλοι πράττειν, μὴ συνόντος τοῦ πρεσβυτέρου κατὰ γνώμην τοῦ ἐπισκόπου, ἀνάθεμα ἔστω
Η φράση «μὴ συνόντος τοῦ πρεσβυτέρου κατὰ γνώμην τοῦ ἐπισκόπου» τονίζει ότι κάθε ευχαριστιακή σύναξη προϋποθέτει την έγκριση και παρουσία του κανονικού ιερατείου, ώστε να διασφαλίζεται η ενότητα της τοπικής Εκκλησίας. Ο Ε’ κανόνας συμπληρώνει, αναθεματίζοντας όποιον χαρακτηρίζει «εὐκαταφρόνητον» τον οίκο του Θεού και τις σύναξεις σε αυτόν, ενώ οι Ζ’ και Η’ κανόντες ρυθμίζουν το ζήτημα των προσφορών: απαιτούν να γίνεται η διαχείριση μόνο μέσω του επισκόπου ή του ειδικώς εντεταλμένου, αποκλείοντας κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία. Ακόμη και η μετοχή στη θεία ευχαριστία από έγγαμο πρεσβύτερο θίγεται στον Δ’ κανόνα, που καταδικάζει εκείνους που διακρίνονταν και απέφευγαν να μεταλάβουν από λειτουργούντα γεγαμηκότα κληρικό, θεωρώντας τον «μολυσμένο».
Εξίσου σημαντική ήταν η διαστρέβλωση της φιλαδελφείας: ο ΙΑ’ κανόνας προστατεύει τις «ἀγάπες», δηλαδή τα κοινά γεύματα μετά τη θεία λειτουργία, από την περιφρόνηση εκείνων που τα απέφευγαν θεωρώντας τα ασύμβατα με δήθεν υψηλότερη πνευματικότητα. Τέλος, ο Κ’ κανόνας υπερασπίζεται τις συνάξεις προς τιμήν των μαρτύρων και τις λειτουργίες που επιτελούνται σε αυτές, καταδικάζοντας όσους τις βδελύσσονται από υπερήφανη διάθεση.
Ο Επίλογος της Συνόδου: Η Ισορροπία της Γνήσιας Άσκησης
Ο καταληκτήριος λόγος των Πατέρων λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί για όλους τους κανόνες. Δεν εκκόπτουν εκείνους που επιθυμούν να ασκούνται κατά τις Γραφές, αλλά τους «λαμβάνοντας την υπόθεσιν της ασκήσεως εις υπερηφανίαν». Αμέσως μετά, η σύνοδος εκθέτει μια ολοκληρωμένη πνευματική ιεραρχία, που αγκαλιάζει όλες τις βιοτικές καταστάσεις:
Ἡμεῖς τοιγαροῦν, καὶ παρθενίαν μετὰ ταπεινοφροσύνης θαυμάζομεν, καὶ ἐγκράτειαν μετὰ σεμνότητος καὶ θεοσεβείας γινομένην ἀποδεχόμεθα, καὶ ἀναχώρησιν τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων μετὰ ταπεινοφροσύνης ἀγάμεθα, καὶ γάμου συνοίκησιν σεμνὴν τιμῶμεν, καὶ πλοῦτον μετὰ δικαιοσύνης καὶ εὐποιΐας οὐκ ἐξουθενοῦμεν, καὶ λιτότητα καὶ εὐτέλειαν ἀμφιασμάτων δι᾽ ἐπιμέλειαν μόνον τοῦ σώματος ἀπερίεργον ἐπαινοῦμεν· τὰς δὲ ἐκλύτους καὶ τεθρυμμένας ἐν τῇ ἐσθῆτι προόδους ἀποστρεφόμεθα, καὶ τοὺς οἴκους τοῦ Θεοῦ τιμῶμεν, καὶ τὰς συνόδους τὰς ἐπ᾽ αὐτοῖς, ὡς ἁγίας καὶ ἐπωφελεῖς ἀσπαζόμεθα, οὐ συγκλείοντες τὴν εὐσέβειαν ἐν τοῖς οἴκοις, ἀλλὰ πάντα τόπον τὸν ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Θεοῦ οἰκοδομηθέντα τιμῶντες, καὶ τὴν ἐν αὐτῇ τῇ ἐκκλησίᾳ συνέλευσιν εἰς ὠφέλειαν τοῦ κοινοῦ προσιέμεθα, καὶ τὰς καθ᾽ ὑπερβολὴν εὐποιΐας τῶν ἀδελφῶν, τὰς κατὰ τὰς παραδόσεις διὰ τῆς ἐκκλησίας εἰς τοὺς πτωχοὺς γινομένας, μακαρίζομεν, καὶ πάντα, συνελόντας εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα, ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι εὐχόμεθα
Εδώ συμπυκνώνεται το ήθος της ορθόδοξης παράδοσης: η άσκηση δεν είναι διαφυγή από τον κόσμο και τους θεσμούς του, αλλά μεταμόρφωσή τους μέσω της ταπείνωσης, της διάκρισης και της υπακοής. Η παρθενία θαυμάζεται, αλλά δεν υποτιμά τον γάμο. Η εγκράτεια γίνεται αποδεκτή όταν συνοδεύεται από σεμνότητα και ευσέβεια, όχι από κατάκριση. Ο πλούτος δεν εξουθενώνεται, εφόσον συνοδεύεται από δικαιοσύνη και ευποιΐα. Η λιτότητα επαινείται, αλλά όχι η καλλωπισμένη ματαιοδοξία. Οι ναοί τιμώνται, όχι μόνον εσωτερικά αλλά και στις δημόσιες συνάξεις τους. Κάθε τόπος επικαλούμενος το όνομα του Θεού και κάθε παράδοση που πηγάζει από την Αγία Γραφή και την αποστολική διαδοχή γίνονται σεβαστά.
Κατακλείδα: Η Διαχρονική Σημασία των Κανόνων της Γάγγρας
Οι 21 κανόνες και ο επίλογος συγκροτούν μια σπουδή στην εκκλησιαστική σωφροσύνη. Αποτελούν πρώιμο και κρίσιμο όριο ενάντια σε κάθε ελιτιστικό ή ουτοπικό πνεύμα που, επικαλούμενο δήθεν «καθαρότητα», υπονομεύει την ενσαρκη λογική της Εκκλησίας: την κοινή λατρεία, την ιερατική διαδοχή, την οικογένεια, την καθημερινή τροφή, τις φιλάνθρωπες ευωχίες. Με λιτό αλλά αυστηρό ύφος, η Σύνοδος διδάσκει ότι η γνήσια άσκηση δεν εξουθενώνει την κτίση και τη φύση, αλλά τα ανακαινίζει εν Χριστώ, μέσα στην κανονική τάξη και την αγάπη. Γι’ αυτό και οι διατάξεις τους παραμένουν ζωντανό κριτήριο πνευματικής υγείας για κάθε εποχή.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαία καὶ βυζαντινὴ ἑλληνική), ἐκ τῆς ψηφιακῆς συλλογῆς κανονικῶν κειμένων τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (users.uoa.gr/~nektar). Public domain.
Κανὼν Α´
Εἴ τις τὸν γάμον μέμφοιτο, καὶ τὴν καθεύδουσαν μετὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς, οὖσαν πιστὴν καὶ εὐλαβῆ, βδελύσσοιτο ἢ μέμφοιτο, ὡς ἂν μὴ δυναμένην εἰς βασιλείαν εἰσελθεῖν, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Β´
Εἴ τις ἐσθίοντα κρέα, χωρὶς αἵματος, καὶ εἰδωλοθύτου, καὶ πνικτοῦ, μετ᾽ εὐλαβείας καὶ πίστεως, κατακρίνοι ὡς ἂν διὰ τὸ μεταλαμβάνειν ἐλπίδα μὴ ἔχοντα, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Γ´
Εἴ τις δοῦλον προφάσει θεοσεβείας διδάσκοι καταφρονεῖν δεσπότου, καὶ ἀναχωρεῖν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ μὴ μετ᾽ εὐνοίας καὶ πάσης τιμῆς τῷ ἑαυτοῦ δεσπότῃ ἐξυπηρετεῖσθαι, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Δ´
Εἴ τις διακρίνοιτο παρὰ πρεσβυτέρου γεγαμηκότος, ὡς μὴ χρῆναι, λειτουργήσαντος αὐτοῦ, προσφορᾶς μεταλαμβάνειν, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Ε´
Εἴ τις διδάσκοι, τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ εὐκαταφρόνητον εἶναι, καὶ τὰς ἐν αὐτῷ συνάξεις, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΣΤ´
Εἴ τις παρὰ τὴν ἐκκλησίαν ἰδίᾳ ἐκκλησιάζοι, καὶ καταφρονῶν τῆς ἐκκλησίας, τὰ τῆς ἐκκλησίας ἐθέλοι πράττειν, μὴ συνόντος τοῦ πρεσβυτέρου κατὰ γνώμην τοῦ ἐπισκόπου, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Ζ´
Εἴ τις καρποφορίας ἐκκλησιαστικὰς ἐθέλοι λαμβάνειν, ἢ διδόναι ἔξω τῆς ἐκκλησίας παρὰ γνώμην τοῦ ἐπισκόπου, ἢ τοῦ ἐγκεχειρισμένου τὰ τοιαῦτα, καὶ μὴ μετὰ γνώμης αὐτοῦ ἐθέλοι πράττειν, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Η´
Εἴ τις διδοῖ, ἢ λαμβάνοι καρποφορίαν παρεκτὸς τοῦ ἐπισκόπου, ἢ τοῦ ἐπιτεταγμένου εἰς οἰκονομίαν εὐποιΐας, καὶ ὁ διδούς, καὶ ὁ λαμβάνων, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Θ´
Εἴ τις παρθενεύοι ἢ ἐγκρατεύοιτο, ὡς ἂν βδελυκτῶν τῶν γάμων ἀναχωρήσας, καὶ μὴ δι᾽ αὐτὸ τὸ καλὸν καὶ ἅγιον τῆς παρθενίας, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Ι´
Εἴ τις τῶν παρθενευόντων διὰ τὸν Κύριον, κατεπαίροιτο τῶν γεγαμηκότων, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΑ´
Εἴ τις καταφρονοίη τῶν ἐκ πίστεως ἀγάπας ποιούντων, καὶ διὰ τιμὴν τοῦ Κυρίου συγκαλούντων τοὺς ἀδελφούς, καὶ μὴ ἐθέλοι κοινωνεῖν ταῖς κλήσεσι, διὰ τὸ ἐξευτελίζειν τὸ γινόμενον, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΒ´
Εἴ τις ἀνδρῶν διὰ νομιζομένην ἄσκησιν περιβολαίῳ χρῆται, καὶ ὡς ἂν ἐκ τούτου τὴν δικαιοσύνην ἔχων καταψηφίσοιτο τῶν μετ᾽ εὐλαβείας τοὺς βήρους φορούντων, καὶ τῇ ἄλλῃ κοινῇ καὶ ἐν συνηθείᾳ οὔσῃ ἐσθῆτι κεχρημένων, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΓ´
Εἴ τις γυνὴ διὰ νομιζομένην ἄσκησιν μεταβάλλοιτο ἀμφίασμα, καὶ ἀντὶ τοῦ εἰωθότος γυναικείου ἀμφιάσματος ἀνδρῷον ἀναλάβοι, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΔ´
Εἴ τις γυνὴ καταλιμπάνοι τὸν ἄνδρα, καὶ ἀναχωρεῖν ἐθέλοι, βδελυττομένη τὸν γάμον, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΕ´
Εἴ τις καταλιμπάνοι τὰ ἑαυτοῦ τέκνα, καὶ μὴ τεκνοτροφοῖ, καὶ τὸ ὅσον ἐπ᾽ αὐτῷ πρὸς θεοσέβειαν τὴν προσήκουσαν ἀνάγοι, ἀλλὰ προφάσει τῆς ἀσκήσεως ἀμελοίη, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΣΤ´
Εἴ τινα τέκνα γονέων, μάλιστα πιστῶν, ἀναχωροίη προφάσει θεοσεβείας, καὶ μὴ τὴν καθήκουσαν τιμὴν τοῖς γονεῦσιν ἀπονέμοι, προτιμωμένης δηλονότι παρ᾽ αὐτοῖς τῆς θεοσεβείας, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΖ´
Εἴ τις γυναικῶν διὰ νομιζομένην ἄσκησιν ἀποκείροιτο τὰς κόμας, ἃς ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς ὑπόμνησιν τῆς ὑποταγῆς, ὡς παραλύουσα τὸ πρόσταγμα τῆς ὑποταγῆς, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΗ´
Εἴ τις διὰ νομιζομένην ἄσκησιν ἐν τῇ Κυριακῇ νηστεῦοι, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΙΘ´
Εἴ τις τῶν ἀσκουμένων, χωρὶς σωματικῆς ἀνάγκης, ὑπερηφανεύοιτο, καὶ τὰς παραδεδομένας νηστείας εἰς τὸ κοινόν, καὶ φυλασσομένας ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας παραλύοι, ὑποικουροῦντος ἐν αὐτῷ τελείου λογισμοῦ, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν Κ´
Εἴ τις αἰτιῷτο, ὑπερηφάνῳ διαθέσει κεχρημένος καὶ βδελυσσόμενος τὰς συνάξεις τῶν μαρτύρων, ἢ τὰς ἐν αὐταῖς γινομένας λειτουργίας, καὶ τὰς μνήμας αὐτῶν, ἀνάθεμα ἔστω.
Κανὼν ΚΑ´
Ταῦτα δὲ γράφομεν, οὐκ ἐκκόπτοντες τοὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὰς Γραφὰς ἀσκεῖσθαι βουλομένους, ἀλλὰ τοὺς λαμβάνοντας τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀσκήσεως εἰς ὑπερηφανίαν, κατὰ τῶν ἀφελέστερον βιούντων ἐπαιρομένους τε, καὶ παρὰ τὰς Γραφὰς καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας καινισμοὺς εἰσάγοντας. Ἡμεῖς τοιγαροῦν, καὶ παρθενίαν μετὰ ταπεινοφροσύνης θαυμάζομεν, καὶ ἐγκράτειαν μετὰ σεμνότητος καὶ θεοσεβείας γινομένην ἀποδεχόμεθα, καὶ ἀναχώρησιν τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων μετὰ ταπεινοφροσύνης ἀγάμεθα, καὶ γάμου συνοίκησιν σεμνὴν τιμῶμεν, καὶ πλοῦτον μετὰ δικαιοσύνης καὶ εὐποιΐας οὐκ ἐξουθενοῦμεν, καὶ λιτότητα καὶ εὐτέλειαν ἀμφιασμάτων δι᾽ ἐπιμέλειαν μόνον τοῦ σώματος ἀπερίεργον ἐπαινοῦμεν· τὰς δὲ ἐκλύτους καὶ τεθρυμμένας ἐν τῇ ἐσθῆτι προόδους ἀποστρεφόμεθα, καὶ τοὺς οἴκους τοῦ Θεοῦ τιμῶμεν, καὶ τὰς συνόδους τὰς ἐπ᾽ αὐτοῖς, ὡς ἁγίας καὶ ἐπωφελεῖς ἀσπαζόμεθα, οὐ συγκλείοντες τὴν εὐσέβειαν ἐν τοῖς οἴκοις, ἀλλὰ πάντα τόπον τὸν ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Θεοῦ οἰκοδομηθέντα τιμῶντες, καὶ τὴν ἐν αὐτῇ τῇ ἐκκλησίᾳ συνέλευσιν εἰς ὠφέλειαν τοῦ κοινοῦ προσιέμεθα, καὶ τὰς καθ᾽ ὑπερβολὴν εὐποιΐας τῶν ἀδελφῶν, τὰς κατὰ τὰς παραδόσεις διὰ τῆς ἐκκλησίας εἰς τοὺς πτωχοὺς γινομένας, μακαρίζομεν, καὶ πάντα, συνελόντας εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα, ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι εὐχόμεθα.