Ἀποστολικοί
Ἀποστολικοὶ Κανόνες
Ἱεροὶ Κανόνες τῶν Ἁγίων καὶ Πανσέπτων Ἀποστόλων
Περίληψη
Οι «Αποστολικοί Κανόνες» αποτελούν την αρχαιότερη συλλογή κανονικών διατάξεων της Εκκλησίας, οι οποίες ανάγονται στην αποστολική παράδοση και φέρουν το κύρος της πρώτης χιλιετίας. Παρότι η τελική τους διαμόρφωση τοποθετείται στα τέλη του 4ου αιώνα, ενσωματώνουν θεμελιώδεις ρυθμίσεις που απηχούν την πράξη και την αυτοσυνειδησία της αρχαίας Εκκλησίας. Οι 85 αυτοί κανόνες, που παραδίδονται στο πλαίσιο των Αποστολικών Διαταγών, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εκκλησιαστικής ζωής, από τη χειροτονία και τη λατρεία έως την πειθαρχία του κλήρου και τις σχέσεις με τους ετεροδόξους, αποτελώντας τον ακρογωνιαίο λίθο του ορθόδοξου κανονικού δικαίου.
Τάξη των Χειροτονιών και Προσόντα του Κλήρου Οι πρώτοι κανόνες θέτουν τα θεμέλια για την αποστολική διαδοχή και την ιερατική οργάνωση.
Ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ὑπὸ ἐπισκόπων δύο ἢ τριῶν Ο κανόνας αυτός υπογραμμίζει τη συλλογική φύση της επισκοπικής χειροτονίας, που απαιτεί τη σύμπραξη δύο ή τριών επισκόπων, εξασφαλίζοντας την αδιάσπαστη συνέχεια της ιεροσύνης. Αντίθετα, ο πρεσβύτερος και ο διάκονος χειροτονούνται από έναν επίσκοπο (Κανών 2). Στη συνέχεια, μια σειρά κανόνων (17-24) ορίζει τα κωλύματα για την είσοδο στον κλήρο: ο δίγαμος ή αυτός που συντηρεί παλλακή δεν μπορεί να γίνει κληρικός· όποιος έλαβε χήρα ή εταίρα ή δούλη ή ηθοποιό αποκλείεται· απαγορεύεται η σύναψη γάμου με δύο αδελφές ή ανιψιά. Ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται στη σωματική ακεραιότητα: ο εκούσιος ακρωτηριασμός καθιστά ανίερο, ενώ ο ευνούχος λόγω διωγμού μπορεί να γίνει επίσκοπος εφόσον είναι άξιος. Οι ανάπηροι (τυφλοί, κωφοί) αποκλείονται από την επισκοπή όχι λόγω μολυσμού αλλά για να μην παρακωλύεται η εκκλησιαστική διοίκηση. Ο νεοφώτιστος από εθνικό βίο δεν πρέπει να γίνεται αμέσως επίσκοπος, εκτός αν είναι θείο χάρισμα. Τέλος, ο 26ος κανόνας επιτρέπει μόνο στους αναγνώστες και ψάλτες να συνάπτουν γάμο μετά τη χειροθεσία, ενώ ο 61ος αποκλείει όποιον έχουν κατηγορήσει για σοβαρά ηθικά παραπτώματα.
Θεία Λατρεία και Μυστήρια Η προσφορά της ευχαριστιακής θυσίας περιφρουρείται με λεπτομερείς διατάξεις. Ο τρίτος κανόνας απαγορεύει την προσκόμιση μελιού, γάλακτος, υποκατάστατων του οίνου, ορνίθων ή ζώων, επιτρέποντας μόνο νέους χίδρους ή σταφυλή στην εποχή τους, καθώς και έλαιο για την λυχνία και θυμίαμα. Άλλες απαρχές αποστέλλονται στον οίκο του επισκόπου. Ο εορτασμός του Πάσχα ορίζεται μετά την εαρινή ισημερία, απαγορεύοντας τη σύμπτωση με το ιουδαϊκό Πάσχα (Κανών 7).
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, μὴ τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήοεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ᾿ ἓν βάπτισμα, τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω Με σαφήνεια διακηρύσσεται η ανάγκη της τριττής κατάδυσης στο βάπτισμα, καταδικάζοντας όσους τελούν μία μόνο κατάδυση «εις τον θάνατον του Κυρίου». Παράλληλα, ο 49ος κανόνας επιμένει στην ορθή ομολογία της Αγίας Τριάδος, απειλώντας με καθαίρεση όποιον βαπτίζει σε τρεις ανάρχους ή υιούς ή παρακλήτους. Ο 68ος κανόνας απαγορεύει την επανάληψη της χειροτονίας, εκτός αν προηγουμένως αυτή είχε ληφθεί από αιρετικούς, διότι «τους παρά των τοιούτων βαπτισθέντας ή χειροτονηθέντας, ούτε πιστούς, ούτε κληρικούς είναι δυνατόν».
Ποιμαντική Ευθύνη και Ηθική του Κλήρου Οι κανόνες αφιερώνουν εκτενή τμήματα στην προσωπική ζωή και την ποιμαντική διακονία. Ο 5ος κανόνας υποχρεώνει τον έγγαμο κληρικό να μη αποβάλλει τη σύζυγό του με πρόσχημα ευλάβειας, επί ποινή αφορισμού και καθαιρέσεως. Ο 6ος απαγορεύει την ανάληψη κοσμικών φροντίδων.
οὐδαμοῦ γὰρ ὁ Κύριος τοῦτο ἡμᾶς ἐδίδαξε· τοὐναντίον δέ, αὐτὸς τυπτόμενος, οὐκ ἀντέτυπτε, λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων, οὐκ ἠπείλει Η στάση του κληρικού πρέπει να μιμείται το παράδειγμα του Χριστού, που υπέμεινε χωρίς ανταπόδοση. Ο 42ος κανόνας απειλεί με καθαίρεση τον κληρικό που παίζει κύβους και μέθες, ενώ ο 43ος αφορίζει τον κατώτερο κλήρο για τα ίδια. Η αισχροκέρδεια αποδοκιμάζεται: ο απαιτών τόκους από δάνειο καθαιρείται (Κανών 44). Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην νηστεία και την τροφή: ο 51ος καθαιρεί όσους απέχουν από γάμο, κρέας και οίνο «διά βδελυρίαν» και όχι από άσκηση· ο 53ος τιμωρεί όποιον δεν μεταλαμβάνει σε εορτές· ο 63ος απαγορεύει την κατανάλωση κρέατος με αίμα, θηριαλώτου ή θνησιμαίου. Η άσκηση βίας (Κανών 65) και ο χλευασμός αναπήρων (Κανών 57) επισύρουν αυστηρά επιτίμια. Ο 58ος κανόνας προστάζει τον επίσκοπο να παιδεύει τον κλήρο και τον λαό στην ευσέβεια, αλλιώς καθαιρείται, ενώ ο 59ος υποχρεώνει την οικονομική στήριξη των ενδεών κληρικών. Ο 62ος αντιμετωπίζει την άρνηση του Χριστού ή του κληρικού ονόματος λόγω φόβου: στην πρώτη περίπτωση εκβάλλεται παντελώς, στη δεύτερη καθαιρείται αλλά μπορεί να γίνει δεκτός ως λαϊκός.
Εκκλησιαστική Διοίκηση και Συνοδικό Σύστημα Η οργάνωση της κατά τόπους Εκκλησίας διαπνέεται από την αρχή της συνοδικότητας και της ιεράρχησης.
Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης Ο 34ος Αποστολικός Κανόνας αποτελεί θεμέλιο λίθο της εκκλησιαστικής διοίκησης: κάθε εθνική ομάδα επισκόπων οφείλει να αναγνωρίζει τον πρώτο ως κεφαλή και να μην πράττει τίποτα χωρίς τη γνώμη του· αλλά και εκείνος δεν πρέπει να ενεργεί χωρίς τη γνώμη όλων, ώστε να επικρατεί ομόνοια. Η σύνοδος συνέρχεται δύο φορές το χρόνο (Κανών 37) για την εξέταση των δογματικών ζητημάτων και την επίλυση διαφορών. Κανόνες 74-76 ρυθμίζουν την διαδικασία κατηγορίας κατά επισκόπου: απαιτείται αξιόπιστη μαρτυρία και τρεις κλήσεις για εμφάνιση· η χειροτονία από συγγενική εύνοια είναι άκυρη. Η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας ανατίθεται στον επίσκοπο (Κανών 38, 41) με λογοδοσία και φροντίδα για τους πένητες· ο 40ος κανόνας μεριμνά ώστε τα προσωπικά του περιουσιακά στοιχεία να είναι ξεχωριστά από τα εκκλησιαστικά. Επίσκοποι που αναλαμβάνουν πολιτικά αξιώματα ή στρατιωτικές διοικήσεις καθαιρούνται (Κανών 81, 83). Τέλος, ο 85ος κανόνας παρέχει τον επίσημο κατάλογο των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Σχέσεις με Αιρετικούς, Ιουδαίους και Εθνικούς Η Εκκλησία χαράσσει σαφή όρια επικοινωνίας με τις ετερόδοξες και αλλόθρησκες κοινότητες. Ο 45ος κανόνας αφορίζει τον κληρικό που συμπροσεύχεται με αιρετικούς και τον καθαιρεί αν τους επιτρέψει να λειτουργήσουν ως κληρικοί. Η αποδοχή βαπτίσματος ή θυσίας από αιρετικούς τιμωρείται με καθαίρεση (Κανών 46). Ο 64ος και 71ος απαγορεύουν την είσοδο σε συναγωγές ή εθνικούς ναούς για προσευχή ή την προσκόμιση ελαίου και το άναμμα λύχνων στις εορτές τους. Η κοινωνία με τα «άζυμα» των Ιουδαίων απαγορεύεται ρητά (Κανών 70). Ωστόσο, ο 33ος κανόνας προτρέπει σε φιλάνθρωπη υποδοχή των ξένων επισκόπων, εφόσον φέρουν συστατικές επιστολές και είναι «κήρυκες της ευσεβείας».
Ο Κανόνας της Αγίας Γραφής Ο τελευταίος κανόνας, ο 85ος, είναι μοναδικός στην λειτουργία του ως καταλόγου των ιερών βιβλίων.
Ἔστω ὑμῖν πᾶσι κληρικοῖς καὶ λαϊκοῖς βιβλία σεβάσμια καὶ ἅγια, τῆς μὲν Παλαιᾶς Διαθήκης, Μωυσέως, πέντε· Γένεσις, Ἔξοδος, Λευιτικόν, Ἀριθμοί, Δευτερονόμιον· Ἰησοῦ Ναυῆ, ἕν· Κριτῶν, ἕν· Ρούθ, ἕν· Βασιλειῶν, τέσσαρα· Παραλειπομένων, τῆς βίβλου τῶν ἡμερῶν, δύο· Ἔσδρα, δύο· Ἐσθήρ, ἕν· Μακκαβαίων, τρία· Ἰώβ, ἕν· Ψαλτηρίου, ἕν· Σολομῶντος, τρία, Παροιμίαι, Ἐκκλησιαστής, ᾎσμα ᾈσμάτων· Προφητῶν, δώδεκα· Ἡσαΐου, ἕν· Ἱερεμίου, ἕν· Ἰεζεκιήλ, ἕν· Δανιήλ, ἕν Με λεπτομερή απαρίθμηση, ο κανόνας καθορίζει τα βιβλία που είναι «σεβάσμια και άγια» για κληρικούς και λαϊκούς, διαγράφοντας τον βιβλικό κανόνα όπως ήταν αποδεκτός στην πρώιμη Εκκλησία. Περιλαμβάνει 22 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (εξαιρουμένων κάποιων δευτεροκανονικών) και 27 της Καινής, με ιδιαίτερη μνεία στις δύο Επιστολές του Κλήμεντα και τις Αποστολικές Διαταγές, ενώ επιφυλάσσει την «Σοφία Σειράχ» για την εκπαίδευση των νέων. Απουσιάζει η Αποκάλυψη του Ιωάννη, γεγονός που αντανακλά τις θεολογικές διακυμάνσεις της εποχής.
Σημασία και Παρακαταθήκη Οι Αποστολικοί Κανόνες δεν αποτελούν απλώς ένα ιστορικό μνημείο, αλλά ζωντανό κείμενο που εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ισχύς τους ενσωματώθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους (ιδίως την Πενθέκτη), διαμορφώνοντας το πλαίσιο της κανονικής παράδοσης. Ο νηφάλιος, ποιμαντικός τους χαρακτήρας, χωρίς ακρότητες, με στόχο την ομόνοια, την ευταξία και την αγιότητα του σώματος του Χριστού, προσφέρει διαχρονικά κριτήρια για την εκκλησιαστική ζωή. Η συλλογή αυτή υπενθυμίζει ότι η ενότητα της Εκκλησίας προϋποθέτει πειθαρχία και αμοιβαία αγάπη στο πνεύμα της αποστολικής παράδοσης.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαία καὶ βυζαντινὴ ἑλληνική), ἐκ τῆς ψηφιακῆς συλλογῆς κανονικῶν κειμένων τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (users.uoa.gr/~nektar). Public domain.
Κανὼν Α´
Ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ὑπὸ ἐπισκόπων δύο ἢ τριῶν.
Κανὼν Β´
Πρεσβύτερος ὑπὸ ἑνὸς ἐπισκόπου χειροτονείσθω, καὶ διάκονος, καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί.
Κανὼν Γ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, παρὰ τὴν τοῦ Κυρίου διάταξιν τὴν ἐπὶ τῇ θυσίᾳ, προσενέγκῃ ἕτερά τινα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ἢ μέλι, ἢ γάλα, ἢ ἀντὶ οἴνου σίκερα ἐπιτηδευτά, ἢ ὄρνεις ἢ ζῶά τινα, ἢ ὄσπρια, παρὰ τὴν διάταξιν, καθαιρείσθω· πλὴν νέων χίδρων, ἢ σταφυλῆς, τῷ καιρῷ τῷ δέοντι. Μὴ ἐξὸν δὲ ἔστω προσάγεσθαί τι ἕτερον πρὸς τὸ θυσιαοτήριον, ἢ ἔλαιον εἰς τὴν λυχνίαν, καὶ θυμίαμα τῷ καιρῷ τῆς ἁγίας προσφορᾶς.
Κανὼν Δ´
Ἡ ἄλλη πᾶσα ὀπώρα εἰς οἶκον ἀποστελλέσθω, ἀπαρχὴ τῷ ἐπισκόπῳ καὶ τοῖς πρεσβυτέροις, ἀλλὰ μὴ πρὸς τὸ θυσιαστήριον. Δῆλον δὲ ὡς ὁ ἐπίσκοπος καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἐπιμερίσουσι τοῖς διακόνοις, καὶ τοῖς λοιποῖς κληρικοῖς.
Κανὼν Ε´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα μὴ ἐκβαλλέτω προφάσει εὐλαβείας· ἐὰν δὲ ἐκβάλῃ, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω.
Κανὼν ΣΤ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, κοσμικάς φροντίδας μὴ ἀναλαμβανέτω· εἰ δὲ μή, καθαιρείσθω.
Κανὼν Ζ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τὴν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετὰ Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω.
Κανὼν Η´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ, προσφορᾶς γενομένης μὴ μεταλάβοι, τὴν αἰτίαν εἰπάτω· καὶ ἐὰν ᾖ εὔλογος, συγγνώμης τυγχανέτω· εἰ δὲ μὴ λέγοι, ἀφοριζέσθω, ὡς αἴτιος βλάβης γενόμενος τῷ λαῷ, καὶ ὑπόνοιαν ἐμποιήσας κατὰ τοῦ προσενέγκαντος, ὡς μὴ ὑγιῶς ἀνενέγκαντος.
Κανὼν Θ´
Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή.
Κανὼν Ι´
Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΙΑ´
Εἴ τις καθῃρημένῳ κληρικὸς ὤν κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καὶ αὐτός.
Κανὼν ΙΒ´
Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, ἀφωρισμένος, ἤτοι ἄδεκτος, ἀπελθὼν ἐν ἑτέρᾳ πόλει προσδεχθῇ ἄνευ γραμμάτων συστατικῶν, ἀφοριζέσθω καὶ ὁ δεξάμενος, καὶ ὁ δεχθείς.
Κανὼν ΙΓ´
Εἰ δὲ ἀφωρισμένος εἴη, ἐπιτεινέσθω αὐτῷ ὁ ἀφορισμός, ὡς ψευσαμένῳ καὶ ἀπατήσαντι τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ.
Κανὼν ΙΔ´
Ἐπίσκοπον μὴ ἐξεῖναι καταλείψαντα τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν ἑτέρᾳ ἐπιπηδᾶν, κἂν ὑπὸ πλειόνων ἀναγκάζηται, εἰ μή τις εὔλογος αἰτία ᾖ, τοῦτο βιαζομένη αὐτὸν ποιεῖν, ὡς πλέον τι κέρδος δυναμένου αὐτοῦ τοῖς ἐκεῖσε λόγῳ εὐσεβείας συμβάλλεσθαι· καὶ τοῦτο δὲ οὐκ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κρίσει πολλῶν ἐπισκόπων, καὶ παρακλήσει μεγίστῃ.
Κανὼν ΙΕ´
Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ παροικίᾳ, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν, εἰ μάλιστα προσκαλουμένου αὐτὸν τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῇ ἀταξίᾳ· ὡς λαϊκὸς μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω.
Κανὼν ΙΣΤ´
Εἰ δὲ ὁ ἐπίσκοπος, παρ᾿ ᾧ τυγχάνουσι, παρ᾿ οὐδὲν λογισάμενος τὴν κατ᾿ αὐτῶν ὁρισθεῖσαν ἀργίαν, δέξηται αὐτοὺς ὡς κληρικούς, ἀφοριζέσθω, ὡς διδάσκαλος ἀταξίας.
Κανὼν ΙΖ´
Ὁ δυσὶ γάμοις συμπλακείς μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενος, οὐ δύναται εἶναι ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.
Κανὼν ΙΗ´
Ὁ χήραν λαβών, ἢ ἐκβεβλημένην, ἢ ἑταίραν, ἢ οἰκέτιν, ἢ τῶν ἐπὶ σκηνῆς, οὐ δύναται εἶναι ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.
Κανὼν ΙΘ´
Ὁ δύο ἀδελφὰς ἀγαγόμενος, ἢ ἀδελφιδῆν, οὐ δύναται εἶναι κληρικός.
Κανὼν Κ´
Κληρικὸς ἐγγύας διδούς, καθαιρείσθω.
Κανὼν ΚΑ´
Εὐνοῦχος, εἰ μὲν ἐξ ἐπηρείας ἀνθρώπων ἐγένετό τις, ἢ ἐν διωγμῷ ἀφῃρέθη τὰ ἀνδρῶν, ἢ οὕτως ἔφυ, καὶ ἔστιν ἄξιος, ἐπίσκοπος γινέσθω.
Κανὼν ΚΒ´
Ὁ ἀκρωτηριάσας ἑαυτὸν μὴ γινέσθω κληρικός· αὐτοφονευτὴς γὰρ ἐστιν ἑαυτοῦ, καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας ἐχθρός.
Κανὼν ΚΓ´
Εἴ τις κληρικὸς ὤν, ἑαυτὸν ἀκρωτηριάσοι, καθαιρείσθω· φονεὺς γὰρ ἐστιν ἑαυτοῦ.
Κανὼν ΚΔ´
Λαϊκὸς ἑαυτὸν ἀκρωτηριάσας, ἀφοριζέσθω ἔτη τρία· ἐπίβουλος γάρ ἐστι τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς.
Κανὼν ΚΕ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος ἐπὶ πορνείᾳ, ἢ ἐπιορκίᾳ, ἢ κλοπῇ ἁλούς, καθαιρείσθω, καὶ μὴ ἀφοριζέσθω· λέγει γὰρ ἡ γραφή· Οὐκ ἐκδικήσεις δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό. Ὡσαύτως καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί.
Κανὼν ΚΣΤ´
Τῶν εἰς κλῆρον προσελθόντων ἀγάμων, κελεύομεν βουλομένους γαμεῖν, ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας μόνους.
Κανὼν ΚΖ´
Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον ἢ διάκονον, τύπτοντα πιστοὺς ἁμαρτάνοντας, ἢ ἀπίστους ἀδικήσαντας, καὶ διὰ τοιούτων φοβεῖν ἐθέλοντα, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν· οὐδαμοῦ γὰρ ὁ Κύριος τοῦτο ἡμᾶς ἐδίδαξε· τοὐναντίον δέ, αὐτὸς τυπτόμενος, οὐκ ἀντέτυπτε, λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων, οὐκ ἠπείλει.
Κανὼν ΚΗ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρεθείς δικαίως, ἐπὶ ἐγκλήμασι φανεροῖς, τολμήσειεν ἅψασθαι τῆς ποτὲ ἐγχειρισθείσης αὐτῷ λειτουργίας, οὗτος παντάπασιν ἐκκοπτέσθω τῆς ἐκκλησίας.
Κανὼν ΚΘ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένοιτο, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθω παντάπασι καί τῆς κοινωνίας, ὡς ὁ Σίμων ὁ μάγος ὑπ᾿ ἐμοῦ Πέτρου.
Κανὼν Λ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι᾿ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένοιτο, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω· καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες.
Κανὼν ΛΑ´
Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς συναγάγῃ, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ, μηδὲν κατεγνωκώς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος· τύραννος γάρ ἐστιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται· οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ ἐπισκόπου γινέσθω.
Κανὼν ΛΒ´
Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ὑπὸ ἐπισκόπου γένηται ἐν ἀφορισμῷ, τοῦτον μὴ ἐξεῖναι παρ᾿ ἑτέρου δεχθῆναι ἀλλ᾿ ἢ παρὰ τοῦ ἀφορίσαντος αὐτόν, εἰ μὴ ἂν κατὰ συγκυρίαν τελευτήσῃ ὁ ἀφορίσας αὐτὸν ἐπίσκοπος.
Κανὼν ΛΓ´
Μηδένα τῶν ξένων ἐπισκόπων, ἤ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι· καὶ ἐπιφερομένων δὲ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν· καὶ εἰ μὲν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς ἐπιχορηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτοὺς μὴ προσδέξησθε· πολλὰ γὰρ κατὰ συναρπαγὴν γίνεται.
Κανὼν ΛΔ´
Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης· ἐκεῖνα δὲ μόνα πράττειν ἕκαοτον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ᾿ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ θεός, διὰ Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα.
Κανὼν ΛΕ´
Ἐπίσκοπον μὴ τολμᾶν ἔξω τῶν ἑαυτοῦ ὅρων χειροτονίας ποιεῖσθαι, εἰς τὰς μὴ ὑποκειμένας αὐτῷ πόλεις, καὶ χώρας· εἰ δὲ ἐλεγχθείη τοῦτο πεποιηκώς, παρὰ τὴν τῶν κατεχόντων τὰς πόλεις ἐκείνας, ἢ τὰς χώρας, γνώμην, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ οὓς ἐχειροτόνηοεν.
Κανὼν ΛΣΤ´
Εἴ τις χειροτονηθεὶς ἐπίσκοπος μὴ καταδέχοιτο τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν φροντίδα τοῦ λαοῦ τὴν ἐγχειρισθεῖσαν αὐτῷ, τοῦτον ἀφωρισμένον τυγχάνειν ἕως ἂν καταδέξηται· ὡσαύτως καὶ πρεσβύτερος καὶ διάκονος. Εἰ δὲ ἀπελθὼν μὴ δεχθείη, οὐ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ λαοῦ μοχθηρίαν, αὐτὸς μὲν ἔστω ἐπίσκοπος, ὁ δὲ κλῆρος τῆς πόλεως ἀφοριζέσθω, ὅτι τοιούτου λαοῦ ἀνυποτάκτου παιδευταὶ οὐκ ἐγένοντο.
Κανὼν ΛΖ´
Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν ἐπισκόπων, καὶ ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας, καὶ τὰς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν· ἅπαξ μέν, τῇ τετάρτῃ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστῆς· δεύτερον δέ, Ὑπερβερεταίου δωδεκάτῃ.
Κανὼν ΛΗ´
Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτά, ὡς τοῦ Θεοῦ ἐφορῶντος· μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συγγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι· εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω.
Κανὼν ΛΘ´
Οἱ πρεσβύτεροι, καὶ οἱ διάκονοι, ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν ἐπιτελείτωσαν· αὐτὸς γὰρ ἐστὶν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, καὶ τὸν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος.
Κανὼν Μ´
Ἔστω φανερὰ τὰ ἴδια τοῦ ἐπισκόπου πράγματα, (εἴ γε καὶ ἴδια ἔχοι) καὶ φανερὰ τὰ Κυριακά· ἵνα ἐξουσίαν ἔχῃ τὰ ἴδια, τελευτῶν ὁ ἐπίσκοπος, οἷς βούλεται καὶ ὡς βούλεται καταλεῖψαι· καὶ μὴ προφάσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων διαπίπτειν τὰ τοῦ ἐπισκόπου, ἐσθ᾿ ὅτε γυναῖκα καὶ παῖδας κεκτημένου, ἢ συγγενεῖς, ἢ οἰκέτας. Δίκαιον γὰρ παρὰ θεῷ καὶ ἀνθρώποις, τὸ μήτε τὴν ἐκκλησίαν ζημίαν τινὰ ὑπομένειν ἀγνοίᾳ τῶν τοῦ ἐπισκόπου πραγμάτων, μήτε τὸν ἐπίσκοπον, ἢ τοὺς αὐτοῦ συγγενεῖς, προφάσει τῆς ἐκκλησίας, δημεύεσθαι, ἢ καὶ εἰς πράγματα ἐμπίπτειν τοὺς αὐτῷ διαφέροντας, καὶ τὸν αὐτοῦ θάνατον δυσφημίαις περιβάλλεσθαι.
Κανὼν ΜΑ´
Προστάσσομεν τὸν ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῶν τῆς ἐκκλησίας πραγμάτων. Εἰ γὰρ τὰς τιμίας τῶν ἀνθρώπων ψυχὰς αὐτῷ πιστευτέον, πολλοῦ ἂν δέῃ περὶ τῶν χρημάτων ἐντέλλεσθαι, ὥστε κατὰ τὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν πάντα διοικεῖσθαι, καὶ τοῖς δεομένοις διὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων ἐπιχορηνεῖσθαι μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πάσης εὐλαβείας. Μεταλαμβάνειν δὲ καὶ αὐτὸν τῶν δεόντων (εἴ γε δέοιτο) εἰς τὰς ἀναγκαίας αὐτοῦ χρείας, καὶ τῶν ἐπιξενουμένων ἀδελφῶν, ὡς κατὰ μηδένα τρόπον αὐτοὺς ὑστερεῖσθαι· ὁ γὰρ νόμος τοῦ Θεοῦ διετάξατο, τοὺς τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντας ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου τρέφεσθαι· ἐπεί περ οὐδὲ στρατιώτης ποτὲ ἰδίοις ὀψωνίοις ὅπλα κατὰ πολεμίων ἐπιφέρεται.
Κανὼν ΜΒ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, κύβοις σχολάζων, καὶ μέθαις, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.
Κανὼν ΜΓ´
Ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὰ ὅμοια ποιῶν, ἢ παυσάσθω, ἢ ἀφοριζέσθω· ὡσαύτως καὶ λαϊκός.
Κανὼν ΜΔ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τόκους ἀπαιτῶν τοὺς δανειζομένους, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.
Κανὼν ΜΕ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.
Κανὼν ΜΣΤ´
Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;
Κανὼν ΜΖ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐὰν ἄνωθεν βαπτίσῃ ἢ τὸν μεμολυσμένον παρὰ τῶν ἀσεβῶν ἐὰν μὴ βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τὸν σταυρὸν καὶ τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, καὶ μὴ διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων.
Κανὼν ΜΗ´
Εἴ τις λαϊκὸς τὴν ἑαυτοῦ γυναίκα ἐκβαλὼν ἑτέραν λάβοι, ἢ παρ᾿ ἄλλου ἀπολελυμένην, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΜΘ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου διάταξιν μὴ βαπτίσῃ εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ᾿ εἰς τρεῖς ἄναρχους, ἢ εἰς τρεῖς υἱούς, ἢ εἰς τρεῖς παρακλήτους, καθαιρείσθω.
Κανὼν Ν´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, μὴ τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήοεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ᾿ ἓν βάπτισμα, τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω. Οὐ γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τὸν θάνατόν μου βαπτίσατε· ἀλλά, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Κανὼν ΝΑ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ, γάμου, καὶ κρεῶν, καὶ οἴνου, οὐ δι᾿ ἄσκησιν, ἀλλὰ διὰ βδελυρίαν ἀπέχηται, ἐπιλαθόμενος ὅτι πάντα καλὰ λίαν, καὶ ὅτι ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ βλασφημῶν διαβάλλῃ τὴν δημιουργίαν, ἢ διορθούσθω, ἢ καθαιρείσθω, καὶ τῆς ἐκκλησίας ἀποβαλλέσθω. Ὡσαύτως καὶ λαϊκός.
Κανὼν ΝΒ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος, τὸν ἐπιστρέφοντα ἀπὸ ἁμαρτίας οὐ προσδέχεται, ἀλλ᾿ ἀποβάλλεται, καθαιρείσθω· ὅτι λυπεῖ Χριστόν, τὸν εἰπόντα· Χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.
Κανὼν ΝΓ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν ἑορτῶν οὐ μεταλαμβάνει κρεῶν, καὶ οἴνου, βδελυσσόμενος καὶ οὐ δι᾿ ἄσκησιν, καθαιρείσθω, ὡς κεκαυτηριασμένος τὴν ἰδίαν συνείδησιν, καὶ αἴτιος σκανδάλου πολλοῖς γινόμενος.
Κανὼν ΝΔ´
Εἴ τις κληρικὸς ἐν καπηλείῳ φωραθείη ἐσθίων, ἀφοριζέσθω· πάρεξ τοῦ (ἐν πανδοχείῳ) ἐν ὁδῷ δι᾿ ἀνάγκην καταλύοντος.
Κανὼν ΝΕ´
Εἴ τις κληρικὸς ὑβρίσοι τὸν ἐπίσκοπον, καθαιρείσθω· ἄρχοντα γὰρ τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς.
Κανὼν ΝΣΤ´
Εἴ τις κληρικὸς ὑβρίσοι πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΝΖ´
Εἴ τις κληρικὸς χωλόν, ἢ κωφόν, ἢ τυφλόν, ἢ τὰς βάσεις πεπληγμένον χλευάσοι, ἀφοριζέσθω. Ὡσαύτως καὶ λαϊκός.
Κανὼν ΝΗ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἀμελῶν τοῦ κλήρου ἢ τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ παιδεύων αὐτοὺς τὴν εὐσέβειαν, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δὲ τῇ ἀμελείᾳ καὶ ῥᾳθυμίᾳ, καθαιρείσθω.
Κανὼν ΝΘ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τινὸς τῶν κληρικῶν ἐνδεοῦς ὄντος, μὴ ἐπιχορηγοῖ τὰ δέοντα, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δὲ, καθαιρείσθω, ὡς φονεύσας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.
Κανὼν Ξ´
Εἴ τις τὰ ψευδεπίγραφα τῶν ἀσεβῶν βιβλία ὡς ἅγια ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας δημοσιεύοι, ἐπὶ λύμῃ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κλήρου, καθαιρείσθω.
Κανὼν ΞΑ´
Εἴ τις κατηγορία γένηται κατὰ πιστοῦ, πορνείας ἢ μοιχείας ἢ ἄλλης τινὸς ἀπηγορευμένης πράξεως, καὶ ἐλεγχθείη, εἰς κλῆρον μὴ προαγέσθω.
Κανὼν ΞΒ´
Εἴ τις κληρικὸς διὰ φόβον ἀνθρώπινον, Ἰουδαίου ἢ Ἕλληνος ἢ αἱρετικοῦ, ἀρνήσεται, εἰ μὲν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποβαλλέσθω· εἰ δὲ τὸ ὄνομα τοῦ κληρικοῦ, καθαιρείσθω· μετανοήσας δέ, ὡς λαϊκὸς δεχθήτω.
Κανὼν ΞΓ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ, φάγῃ κρέα ἐν αἵματι ψυχῆς αὐτοῦ, ἢ θηριάλωτον, ἢ θνησιμαῖον, καθαιρείσθω· τοῦτο γὰρ ὁ νόμος ἀπεῖπεν· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΞΔ´
Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΞΕ´
Εἴ τις κληρικός, ἐν μάχῃ τινὰ κρούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κρούσματος ἀποκτείνῃ, καθαιρείσθω διὰ τὴν προπέτειαν αὐτοῦ· ἐὰν δὲ λαϊκὸς ᾖ, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΞΣΤ´
Εἴ τις κληρικὸς εὑρεθῇ τὴν Κυριακὴν ἡμέραν νηστεύων, ἢ τὸ Σάββατον, (πλὴν τοῦ ἑνὸς μόνου), καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΞΖ´
Εἰ τις παρθένον ἀμνήστευτον βιασάμενος ἔχοι, ἀφοριζέσθω· μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ ἑτέραν λαμβάνειν, ἀλλ᾿ ἐκείνην κατέχειν, ἣν καθῃρετίσατο, κἂν πενιχρὰ τυγχάνῃ.
Κανὼν ΞΗ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας· εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν.
Κανὼν ΞΘ´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει, ἢ τετράδα, ἢ παρασκευήν, καθαιρείσθω, ἐκτὸς εἰ μὴ δι᾿ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν Ο´
Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, νηστεύοι μετὰ Ἰουδαίων, ἢ ἑορτάζοι μετ᾿ αὐτῶν, ἢ δέχοιτο παρ᾿ αὐτῶν τὰ τῆς ἑορτῆς ξένια, οἷον ἄζυμα ἤ τι τοιοῦτον, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΟΑ´
Εἴ τις χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΟΒ´
Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, ἀπὸ τῆς ἁγίας ἐκκλησίας ἀφέληται κηρόν, ἢ ἔλαιον, ἀφοριζέσθω, καὶ τὸ ἐπίπεμπτον προστιθέτω μεθ᾿ οὗ ἔλαβεν.
Κανὼν ΟΓ´
Σκεῦος χρυσοῦν ἢ ἀργυροῦν ἁγιασθέν, ἢ ὀθόνην, μηδεὶς ἔτι εἰς οἰκείαν χρῆσιν σφετεριζέσθω· παράνομον γάρ. Εἰ δέ τις φωραθείη, ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ.
Κανὼν ΟΔ´
Ἐπίσκοπον κατηγορηθέντα ἐπί τινι παρὰ ἀξιοπίστων ἀνθρώπων, καλεῖσθαι αὐτὸν ἀναγκαῖον ὑπὸ ἐπισκόπων· κἂν μὲν ἀπαντήσῃ, καὶ ὁμολογήσῃ, ἢ ἐλεγχθείη, ὁριζέσθω τὸ ἐπιτίμιον. Ἐὰν δὲ καλούμενος μὴ ὑπακούσῃ, καλείσθω καὶ δεύτερον, ἀποστελλομένων ἐπ᾿ αὐτὸν δύο ἐπισκόπων. Ἐὰν δὲ καὶ οὕτω μὴ ὑπακούσῃ, καλείσθω καὶ τρίτον, δυὸ πάλιν ἐπισκόπων ἀποστελλομένων πρὸς αὐτόν. Ἐὰν δὲ καὶ οὕτω καταφρονήσας μὴ ἀπαντήσῃ, ἡ σύνοδος ἀποφαινέσθω κατ᾿ αὐτοῦ τὰ δοκοῦντα· ὅπως μὴ δόξῃ κερδαίνειν φυγοδικῶν.
Κανὼν ΟΕ´
Εἰς μαρτυρίαν τὴν κατὰ ἐπισκόπου αἱρετικὸν μὴ προσδέχεσθαι, ἀλλὰ μηδὲ πιστὸν ἕνα μόνον. Ἐπὶ στόματος γὰρ δύο, ἢ τριῶν μαρτύρων, σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.
Κανὼν ΟΣΤ´
Ὅτι οὐ χρὴ ἐπίσκοπον τῷ ἀδελφῷ, ἢ τῷ υἱῷ, ἢ ἑτέρῳ συγγενεῖ χαριζόμενον, εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς ἐπισκοπῆς χειροτονεῖν ὃν βούλεται· κληρονόμους γὰρ τῆς ἐπισκοπῆς ποιεῖσθαι οὐ δίκαιον, τὰ τοῦ Θεοῦ χαριζόμενον πάθει ἀνθρωπίνῳ· οὐ γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν ὑπὸ κληρονόμους ὀφείλει τιθέναι. Εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἄκυρος μενέτω ἡ χειροτονία· αὐτὸς δὲ ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ.
Κανὼν ΟΖ´
Εἴ τις ἀνάπηρος ᾖ τὸν ὀφθαλμόν, ἢ τὸ σκέλος πεπληγμένος, ἄξιος δέ ἐστιν ἐπισκοπῆς, γινέσθω· οὐ γὰρ λώβη σώματος αὐτὸν μιαίνει, ἀλλὰ ψυχῆς μολυσμός.
Κανὼν ΟΗ´
Κωφὸς δὲ ὤν, καὶ τυφλός, μὴ γινέσθω ἐπίσκοπος· οὐχ ὡς μεμιασμένος, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ τὰ ἐκκλησιαστικὰ παρεμποδίζοιτο.
Κανὼν ΟΘ´
Ἐάν τις δαίμονα ἔχῃ, κληρικὸς μὴ γινέσθω, ἀλλὰ μηδὲ τοῖς πιστοῖς συνευχέσθω· καθαρισθεὶς δέ, προσδεχέσθω, καί, ἐὰν ᾖ ἄξιος, γινέσθω.
Κανὼν Π´
Τὸν ἐξ ἐθνικοῦ βίου προσελθόντα, καὶ βαπτισθέντα, ἢ ἐκ φαύλης διαγωγῆς, οὐ δίκαιόν ἐστι πάραυτα προχειρίζεσθαι ἐπίσκοπον· ἄδικον γάρ, τὸν μηδέπω πεῖραν ἐπιδειξάμενον, ἑτέρων εἶναι διδάσκαλον· εἰμή που κατὰ θείαν χάριν τοῦτο γένηται.
Κανὼν ΠΑ´
Εἴπομεν, ὅτι οὐ χρὴ ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον καθιέναι ἑαυτὸν εἰς δημοσίας διοικήσεις, ἀλλὰ προσευκαιρεῖν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς χρείαις. Ἢ πειθέσθω οὖν τοῦτο μὴ ποιεῖν, ἢ καθαιρείσθω. Οὐδεὶς γὰρ δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, κατὰ τὴν Κυριακὴν παρακέλευσιν.
Κανὼν ΠΒ´
Οἰκέτας εἰς κλῆρον προχειρίζεσθαι ἄνευ τῆς τῶν δεσποτῶν γνώμης οὐκ ἐπιτρέπομεν, ἐπὶ λύπῃ τῶν δεσποτῶν τῶν κεκτημένων· οἴκων γὰρ ἀνατροπὴν τὸ τοιοῦτον ἐργάζεται. Εἰ δέ ποτε καὶ ἄξιος φανείη οἰκέτης πρὸς χειροτονίαν βαθμοῦ, οἷος καὶ ὁ ἡμέτερος Ὀνήσιμος ἐφάνη, καὶ συγχωρήσωσιν οἱ δεσπόται, καὶ ἐλευθερώσωσι, καὶ τοῦ οἴκου ἐξαποστείλωσι, γινέσθω.
Κανὼν ΠΓ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, στρατείᾳ σχολάζων καὶ βουλόμενος ἀμφότερα κατέχειν, Ῥωμαϊκὴν ἀρχὴν καὶ ἱερατικὴν διοίκησιν, καθαιρείσθω. Τὰ γὰρ Καίσαρος, Καίσαρι· καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ, τῷ Θεῷ.
Κανὼν ΠΔ´
Εἴ τις ὑβρίσοι βασιλέα ἢ ἄρχοντα παρὰ τὸ δίκαιον, τιμωρίαν τιννύτω· καὶ εἰ μὲν κληρικός, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΠΕ´
Ἔστω ὑμῖν πᾶσι κληρικοῖς καὶ λαϊκοῖς βιβλία σεβάσμια καὶ ἅγια, τῆς μὲν Παλαιᾶς Διαθήκης, Μωυσέως, πέντε· Γένεσις, Ἔξοδος, Λευιτικόν, Ἀριθμοί, Δευτερονόμιον· Ἰησοῦ Ναυῆ, ἕν· Κριτῶν, ἕν· Ρούθ, ἕν· Βασιλειῶν, τέσσαρα· Παραλειπομένων, τῆς βίβλου τῶν ἡμερῶν, δύο· Ἔσδρα, δύο· Ἐσθήρ, ἕν· Μακκαβαίων, τρία· Ἰώβ, ἕν· Ψαλτηρίου, ἕν· Σολομῶντος, τρία, Παροιμίαι, Ἐκκλησιαστής, ᾎσμα ᾈσμάτων· Προφητῶν, δώδεκα· Ἡσαΐου, ἕν· Ἱερεμίου, ἕν· Ἰεζεκιήλ, ἕν· Δανιήλ, ἕν. Ἔξωθεν δὲ ὑμῖν προσιστορείσθω μανθάνειν ὑμῶν τοὺς νέους τὴν Σοφίαν τοῦ πολυμαθοῦς Σειράχ. Ἡμέτερα δὲ (τουτέστι, τῆς Καινῆς Διαθήκης), Εὐαγγέλια τέσσαρα· Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ καὶ Ἰωάννου· Παύλου ἐπιστολαὶ, δεκατέσσαρες· Πέτρου ἐπιστολαί, δύο· Ἰωάννου, τρεῖς· Ἰακώβου, μία· Ἰούδα, μία· Κλήμεντος ἐπιστολαί, δύο· καὶ αἱ Διαταγαὶ ὑμῖν τοῖς ἐπισκόποις δι᾿ ἐμοῦ Κλήμεντος, ἐν ὀκτὼ βιβλίοις προσπεφωνημέναι· ἃς οὐ χρὴ δημοσιεύειν ἐπὶ πάντων διὰ τὰ ἐν αὐταῖς μυστικά· καὶ αἱ Πράξεις ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων.