Κεφάλαιον Ε΄

Περίληψη

Το πέμπτο κεφάλαιο της «Μυσταγωγίας» του Αγίου Μαξίμου επικεντρώνεται στη συμβολική αντιστοιχία μεταξύ της αγίας Εκκλησίας και της ανθρώπινης ψυχής. Ο Μάξιμος, από τους βαθύτερους θεολόγους της παράδοσης, δεν περιορίζεται στον εξωτερικό τύπο, αλλά προχωρεί σε μια πνευματική ανάγνωση του λειτουργικού χώρου, αποκαλύπτοντας πώς ο ναός γίνεται καθρέφτης της εσωτερικής ζωής και της πορείας προς τη θέωση. Στο παρόν κεφάλαιο, υποστηρίζει ότι η Εκκλησία αποτελεί εικόνα όχι μόνον του σύνθετου ανθρώπου (ψυχής και σώματος), αλλά και της ψυχής καθ’ εαυτήν, στις νοερές και λογικές της δυνάμεις. Με αφετηρία αυτή την παραδοχή, ο Άγιος αναπτύσσει μια πολύπτυχη διάρθρωση που συνδέει τον νου και τον λόγο με την αλήθεια και το αγαθό, οδηγώντας τελικά στην ένωση με τον Θεό.

Η ψυχή ως εικόνα της Εκκλησίας και οι πρωταρχικές της δυνάμεις

Ο Μάξιμος ξεκινά τονίζοντας ότι η αγία Εκκλησία δεν είναι απλώς σύμβολο του ανθρώπου ως σύνθετης ύπαρξης, αλλά και της ψυχής στην αυτοτελή της υπόσταση. Συγκεκριμένα, διακρίνει στην ψυχή δύο θεμελιώδεις δυνάμεις: τη νοερά, η οποία κινείται κυριαρχικά κατά βούληση, και τη ζωτική, η οποία παραμένει απροαίρετα σύμφωνα με τη φύση της. Η νοερά δύναμη περιλαμβάνει δύο όψεις: τη θεωρητική, που ονομάζεται νους, και την πρακτική, που ονομάζεται λόγος. Αυτές αποτελούν τα πρώτιστα μέρη της ψυχής, ενώ η ζωτική δύναμη ενυπάρχει εξίσου και στα δύο, καθώς ούτε ο νους ούτε ο λόγος μπορούν να νοηθούν χωρίς ζωή. Με τον τρόπο αυτό, η Εκκλησία αντιστοιχεί σε μια πνευματική «αρχιτεκτονική» της ψυχής, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μυσταγωγική ερμηνεία του ναού.

καί τύπος ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία. Καί οὐχ ὅλου μέν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἐκ ψυχῆς καί σώματος κατά σύνθεσίν φημι συνεστῶτος, εἰκόνα μόνον εἶναι δύνασθαι τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἐδίδασκεν· ἀλλά καί τῆς αὐτῆς ψυχῆς καθ᾿ ἑαυτήν τῷ λόγῳ θεωρουμένης

Σοφία και φρόνηση: η τελείωση του νου και του λόγου

Στη συνέχεια, ο Άγιος εξηγεί πώς οι πρωταρχικές αυτές δυνάμεις αξιολογούνται και τελειοποιούνται. Ο νους, όταν διατηρεί αμετάτρεπτες τις προς τον Θεό κινήσεις του, καθίσταται σοφία, ενώ ο λόγος, όταν ενώνει σωφρόνως τη ζωτική δύναμη με τον νου μέσω της αρετής, γίνεται φρόνηση. Έτσι, η σοφία και η φρόνηση δεν είναι απλές έξεις, αλλά οι πρώτιστες ενέργειες της νοεράς και λογικής υποστάσεως. Ο νους, κινούμενος από τη σοφία, εισέρχεται σε μια διαδικασία ανάβασης: από τη σοφία στη θεωρία, από τη θεωρία στη γνώση, και από τη γνώση στην άληστο γνώση, η οποία καταλήγει στην αλήθεια. Αντίστοιχα, ο λόγος, μέσω της φρονήσεως, οδηγείται στην πράξη, από εκεί στην αρετή, στην πίστη και τελικά στο αγαθό. Αυτές οι δύο πορείες συγκλίνουν και συμπλέκονται, συνιστώντας μια ολοκληρωμένη πνευματική δυναμική.

Οι πέντε συζυγίες και η θεία δεκάδα

Ο Μάξιμος οργανώνει την ανωτέρω δομή σε πέντε συζυγίες, οι οποίες αποτελούν ζεύγη αλληλοσυμπληρούμενων εννοιών: νους και λόγος, σοφία και φρόνηση, θεωρία και πράξη, γνώση και αρετή, άληστος γνώση και πίστη. Αυτές οι συζυγίες κινούν την ψυχή προς μία σημαντικότερη ενότητα, εκείνη της αλήθειας και του αγαθού, η οποία δηλώνει τον ίδιο τον Θεό. Η αλήθεια φανερώνει τη θεία ουσία – απλή, μοναδική, αδιαίρετη και αναλλοίωτη – ενώ το αγαθό την ενέργεια, καθώς ο Θεός είναι ευεργετικός, προνοητικός και συντηρητικός των πάντων. Η ψυχή, μιμούμενη το άτρεπτο της ουσίας και το ευεργετικό της ενέργειας μέσω μιας σταθερής και αμετακίνητης προαιρέσεως, ενώνεται με τον Θεό των όλων.

Συζυγίαν δέ φημιν νῦν τόν νοῦν καί τόν λόγον· τήν σοφίαν καί τήν φρόνησιν· τήν θεωρίαν καί τήν πρᾶξιν· τήν γνῶσιν καί τήν ἀρετήν· τήν ἄληστον γνῶσιν καί τήν πίστιν

Η πορεία του νου και η άπειρη αλήθεια

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάλυση της διαδρομής του νου. Η σοφία είναι η δύναμις του νου, η θεωρία η έξις, η γνώσις η ενέργεια, και η άληστος γνώση η ακατάπαυστη κίνηση γύρω από το γνωστό που υπερβαίνει κάθε γνώση. Το τέλος αυτής της κινήσεως είναι η αλήθεια, η οποία είναι ο Θεός. Ωστόσο, ο νους δεν παύει ποτέ την κίνησή του, διότι η θεία απειρία δεν έχει πέρας, διάστημα ή κατάληψη. Πρόκειται για ένα παράδοξο: το άληστον περατούται, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ατελεύτητο, αφού ο Θεός ως αλήθεια είναι απροσμέτρητος. Αυτή η αιώνια κίνηση συνιστά την ανάπαυση στην θέα του Θείου.

Η πορεία του λόγου και η αγαθότητα

Παρόμοια, ο λόγος έχει ως δύναμη τη φρόνηση, ως έξη την πράξη, ως ενέργεια την αρετή, και ως κατάληξη την πίστη – μια βεβαία και αμετακίνητη πληροφορία για τα θεία. Η πίστη όμως δεν παραμένει νεκρή, αλλά επιδεικνύεται ενεργά μέσω των έργων, σύμφωνα με τη Γραφή. Το τέρμα του λόγου είναι το αγαθό, όπου καταπαύει τις ενέργειές του, καθώς το αγαθό είναι ο Θεός, στον οποίο κάθε λογική δύναμη υποτάσσεται. Έτσι, οι δύο πορείες, του νου και του λόγου, συγκλίνουν σε μία σχέση προς την αλήθεια και το αγαθό, η οποία συνιστά τη θεία επιστήμη, την άπταιστη γνώση, την αγάπη και την ειρήνη, δηλαδή τη θέωση.

Η ένωση των αντιθέτων και η μονάδα της ψυχής

Ο Μάξιμος υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο σημείο είναι η αρμονική σύζευξη των συζυγιών, ώστε να μην υπάρχει έλλειψη ή υπερβολή, αλλά να σχηματιστεί μία αδιαίρετη μονάδα. Όταν η ψυχή, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον προσωπικό της αγώνα, καταφέρει να συνενώσει τον λόγο στον νου, τη φρόνηση στη σοφία, την πράξη στη θεωρία, την αρετή στη γνώση, και την πίστη στην άληστο γνώση, τότε γίνεται μία μονάδα από μία δεκάδα.

τηνικαῦτα καί αὐτή τῷ Θεῷ ἀληθινῷ τε καί ἀγαθῷ, καί ἑνί καί μόνῳ ἑνωθήσεται· καλή τε καί μεγαλοπρεπής, καί αὐτῷ [κατά τό ἐφικτόν] ἐμφερής γενομένῃ, τῇ συμπληρώσει τῶν τεσσάρων γενικῶν ἀρετῶν

Σε αυτή την κατάσταση, η ψυχή αποκτά νου εύλογο, σοφία έμφρονα, θεωρία έμπρακτη, γνώση ενάρετη και πίστη πιστοτάτη· τηρώντας το οικείο και απορρίπτοντας το αλλότριο, παρουσιάζει στον Θεό τις δυνάμεις της ενωμένες. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η «ποιητική της απλότητος θέωση», δηλαδή η ομοίωση με τον Θεό που είναι απλός και αμερής. Αυτή η ενότητα εκφράζεται ως μυστική συζυγία, όπου η ψυχή γίνεται μία σάρκα και ένα πνεύμα με τον Χριστό, σύμφωνα με το αποστολικό «ο κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμά εστι». Η ειρήνη που προκύπτει είναι μια ακλόνητη σταθερότητα, η οποία επιτρέπει στην ψυχή να αναπαυθεί στον θείο «θάλαμο», υπερβαίνοντας ακόμη και τα όρια της αρετής και της γνώσεως.

Η Εκκλησία ως ορατό μυσταγωγικό σύμβολο

Τέλος, ο Άγιος επανέρχεται στη λειτουργική εικόνα της Εκκλησίας, εξηγώντας πώς αυτή τυπολογικά απεικονίζει την ψυχική πραγματικότητα. Όσα αφορούν τον νου και προέρχονται από αυτόν (σοφία, θεωρία, γνώση) συμβολίζονται από το Ιερό Βήμα (ιερατείο)· όσα αφορούν τον λόγο και εκπηγάζουν από αυτόν (φρόνηση, πράξη, αρετή, πίστη) φανερώνονται από τον κυρίως ναό. Η σύναξη όλων αυτών κορυφώνεται στο μυστήριο που τελείται στο θυσιαστήριο, όπου τα δύο μέρη ενώνονται.

Τά μέν κατά νοῦν πάντα καί ἐκ τοῦ νοῦ κατά πρόοδον εἶναι δειχθέντα, διά τοῦ ἱερατείου σημαίνουσα· τά δέ κατά τόν λόγον καί ἐκ τοῦ λόγου κατά διαστολήν εἶναι δηλωθέντα, διά τοῦ ναοῦ σαφηνίζουσα· καί πάντα συνάγουσα πρός τό τελούμενον ἐπί τοῦ θείου θυσιαστηρίου μυστήριον

Έτσι, ο πιστός που μυείται εμφρόνως στα τελούμενα καθιστά την ψυχή του «Εκκλησίαν όντως Θεού», βιώνοντας την αχειροποίητη λατρεία της κοινωνίας με τον Θεό.

Η σημασία της ανθρωπολογίας του Μαξίμου

Το κεφάλαιο αυτό της Μυσταγωγίας αναδεικνύει τον βαθιά πνευματικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Ο Άγιος Μάξιμος, αξιοποιώντας την πλατωνική και αριστοτελική ορολογία (δύναμις, έξις, ενέργεια), οικοδομεί μια δυναμική ανθρωπολογία που συνδέει την ψυχή με τη λειτουργική πράξη. Η ορατή εκκλησία δεν είναι απλό κτίσμα, αλλά ένα «σύμβολον παράδειγμα» που οδηγεί στην πνευματική τελείωση. Η έμφαση στην αρμονική σύζευξη των δυνάμεων, στην υπέρβαση των αντιθέτων και στην ένωση με τον Χριστό καθιστά το κείμενο αυτό απαραίτητο για την κατανόηση της μυστικής θεολογίας της Ανατολής.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 91), ἐκ τοῦ ψηφιακοῦ ἔργου «Δρόμοι τῆς Πίστης — Ψηφιακὴ Πατρολογία» τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου. Δημόσιος τομέας (public domain).

καί τύπος ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία.

Καί οὐχ ὅλου μέν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἐκ ψυχῆς καί σώματος κατά σύνθεσίν φημι συνεστῶτος, εἰκόνα μόνον εἶναι δύνασθαι τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἐδίδασκεν· ἀλλά καί τῆς αὐτῆς ψυχῆς καθ᾿ ἑαυτήν τῷ λόγῳ θεωρουμένης. Ἐπειδή γάρ ἐκ νοερᾶς καί ζωτικῆς δυνάμεως καθολικῶς συνίστασθαι τήν ψυχήν ἔφασκε· καί τῆς μέν νοερᾶς ἐξουσιαστικῶς κατά βούλησιν κινουμένης, τῆς δέ ζωτικῆς κατά φύσιν ἀπροαιρέτως, ὡς ἔχει, μενούσης. Καί πάλιν, τῆς μέν νοερᾶς, εἶναι τό τε θεωρητικόν, καί τό πρακτικόν· καί τό μέν θεωρητικόν, καλεῖσθαι νοῦν ἔλεγε· τό δέ πρακτικόν, λόγον· καί τῆς μέν νοερᾶς δυνάμεως κινητικόν εἶναι τόν νοῦν· τῆς δέ ζωτικῆς προνοητικόν ὑπάρχειν τόν λόγον· καί τόν μέν εἶναί τε καί καλεῖσθαι σοφίαν· φημί δέ τόν νοῦν, ὅταν παντάπασιν

ἀτρέπτους ἑαυτοῦ διαφυλάττῃ τάς πρός τόν Θεόν κινήσεις·τόν δέ λόγον ὡσαύτως φρόνησιν καί εἶναι καί καλεῖσθαι, ὅταν σωφρόνως τήν ὑπ᾿ αὐτοῦ κατά πρόνοιαν διοικουμένην ζωτικήν δύναμιν ταῖς ἐνεργείαις συνάψας τῷ νῷ, δείξειεν ἀδιάφορον· τήν αὐτήν αὐτῷ καί ὁμοίαν δι᾿ ἀρετῆς ἔμφασιν τοῦ Θείου φέρουσαν· ἥν καί ἐπιμερίζεσθαι τῷ τε νῷ καί τῷ λόγῳ φυσικῶς ἔλεγεν· ὡς εἶναι μᾶλλον καί συνισταμένην δείκνυσθαι προηγουμένως τήν ψυχήν, ἐκ τοῦ νοῦ καί τοῦ λόγου, ὡς νοεράν τε καί λογικήν· τῆς ζωτικῆς ἐπ᾿ ἀμφοῖν κατά τό ἴσον δηλονότι, νοῦ τε καί λόγου φημί, θεωρουμένης δυνάμεως· οὐδ᾿ ὁπότερον γάρ τούτων ζωῆς ἄμοιρον εἶναι θέμις ἐννοεῖν, καί ὑπ᾿ ἀμφοῖν διειλημμένης· δι᾿ ἧς ὁ μέν νοῦς, ὅν καί σοφίαν ἔφαμεν καλεῖσθαι, τῇ θεωρητικῇ ἕξει κατ᾿ ἀπόῤῥητον σιγήν τε καί γνῶσιν ἐξαπλούμενος, πρός τήν ἀλήθειαν δι᾿ ἀλήστου τε καί ἀκαταλήκτου γνώσεως ἄγεται· ὁ δέ λόγος, ὅν ἐκαλέσαμεν φρόνησιν, τῇ πρακτικῇ ἕξει σωματικῶς κατ᾿ ἀρετήν εἰς τό ἀγαθόν διά πίστεως καταλήγει· ἐξ ὧν ἀμφοτέρων ἡ ἀληθής τῶν τε θείων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιστήμη συνέστηκε πραγμάτων· ἡ ὄντως ἄπταιστος γνῶσις, καί πάσης τῆς κατά Χριστιανούς θειοτάτης φιλοσοφίας πέρας. Καί σαφέστερον περί τούτων εἰπεῖν· τῆς ψυχῆς, τό μέν ἔλεγε εἶναι θεωρητικόν καθώς εἴρηται· τό δέ, πρακτικόν, καί τό μέν θεωρητικόν ἐκάλει νοῦν· τό δέ πρακτικόν, λόγον· ὡς πρώτας δηλαδή δυνάμεις τῆς ψυχῆς· καί πάλιν τόν νοῦν, σοφίαν· τόν δέ λόγον, φρόνησιν, ὡς πρώτας ἐνεργείας. Διεξοδικῶς δέ πάλιν, τῆς ψυχῆς ἔφασκεν εἶναι, κατά μέν τό νοερόν, τόν νοῦν, τήν σοφίαν, τήν θεωρίαν, τήν γνῶσιν, τήν ἄληστον γνῶσιν· τούτων δέ τέλος εἶναι τήν ἀλήθειαν· κατά δέ τό λογικόν, τόν λόγον, τήν φρόνησιν, τήν πρᾶξιν, τήν ἀρετήν, τήν πίστιν· τούτων δέ τέλος τό ἀγαθόν. Τήν ἀλήθειαν δέ καί τό ἀγαθόν, τόν Θεόν ἔλεγε δηλοῦν· ἀλλά τήν μή ἀλήθειαν, ὅταν ἐκ τῆς οὐσίας τό Θεῖον σημαίνεσθαι δοκῇ· ἁπλοῦν γάρ, καί μόνον, καί ἕν, καί ταυτόν, καί ἀμερές, καί ἄτρεπτον, καί ἀπαθές πρᾶγμα ἡ ἀλήθεια καί ἀλάθητον, καί παντελῶς ἀδιάστατον· τό δέ ἀγαθόν, ὅταν ἐκ τῆς ἐνεργείας. Εὐεργετικόν γάρ τό ἀγαθόν, καί προνοητικόν τῶν ἐξ αὐτοῦ πάντων, καί φρουρητικόν· ἀπό τοῦ ἄγαν εἶναι, ἤ τεθεῖσθαι, ἤ θέσιν, κατά τήν τῶν ἐτυμολογούντων δόξαν, πᾶσι τοῖς οὖσι τοῦ εἶναι καί διαμένειν, καί κινεῖσθαι χαριστικόν. Τάς οὖν περί τήν ψυχήν νοουμένας πέντε συζυγίας περί τήν μίαν τήν τοῦ Θεοῦ σημαντικήν συζυγίαν ἔλεγε καταγίγνεσθαι. Συζυγίαν δέ φημιν νῦν τόν νοῦν καί τόν λόγον· τήν σοφίαν καί τήν φρόνησιν· τήν θεωρίαν καί τήν πρᾶξιν· τήν γνῶσιν καί τήν ἀρετήν· τήν ἄληστον γνῶσιν καί τήν πίστιν. Τήν δέ τοῦ θείου σημαντικήν, τήν ἀλήθειαν καί τό ἀγαθόν· αἷς κατά πρόοδον ἡ ψυχή κινουμένη, τῷ Θεῷ τῶν ὅλων ἑνοῦται, μιμουμένη αὐτοῦ τῆς οὐσίας καί τῆς ἐνεργείας τό ἄτρεπτον καί εὐεργετικόν, διά τῆς ἐν τῷ καλῷ παγίας καί ἀμεταθέτου κατά τήν προαίρεσιν ἕξεως. Καί, ἵνα τούτων μικρόν τι μίξω θεώρημα πρόσφορον, τάχα αὕτη ἐστίν ἡ θεία δεκάς τῶν χορδῶν τοῦ κατά ψυχήν νοητοῦ ψαλτηρίου· ἡ τόν λόγον ὑπηχοῦντα τῷ πνεύματι, διά τῆς ἄλλης τῶν ἐντολῶν μακαρίας δεκάδος ἔχουσα, καί τούς ἐντελεῖς τε καί ἁρμονίους, τούς ἐμμελεῖς νοητῶς ἀποτελοῦσα φθόγγους, δι᾿ ὧν ὑμνεῖται ὁ Θεός· ἵν᾿ ἐγώ μάθω, τίς ὁ τῆς ᾀδούσης, καί τῆς ᾀδομένης δεκάδος ὁ λόγος· καί πῶς δεκάδι δεκάς μυσικῶς ἑνουμένη τε καί συναπτομένη, Ἰησοῦν μέν τόν ἐμόν Θεόν καί Σωτῆρα συμπληρωθέντα δι᾿ ἐμοῦ σωζομένου, πρός ἑαυτόν ἐπανάγει τόν ἀεί πληρέστατον, καί μηδέποτε ἑαυτοῦ ἐκστῆναι δυνάμενον· ἐμέ δέ τόν ἄνθρωπον θαυμαστῶς ἑαυτῷ ἀποκαθίστησι· μᾶλλον δέ Θεῷ, παρ᾿ οὗ τό εἶναι λαβών ἔχω, καί πρός ὅν ἐπείγομαι, πόῤῥωθεν τό εὖ εἶναι προσλαβεῖν ἐφιέμενος. Ὅπερ ὁ γνῶναι δυνηθείς, ἐκ τοῦ παθεῖν τά λεγόμενα, εἴσεται πάντως

γνωρίσας ἤδη κατά τήν πεῖραν ἐναργῶς τό οἰκεῖον ἀξίωμα· πῶς ἀποδίδοται τῇ εἰκόνι τό κατ᾿ εἰκόνα· πῶς τιμᾶται τό ἀρχέτυπον· τίς τοῦ μυστηρίου τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἡ δύναμις, καί ὑπέρ τίνος Χριστός ἀπέθανε· πῶς τε πάλιν ἐν αὐτῷ μεῖναι δυνάμεθα, καί αὐτός ἐν ἡμῖν, καθώς εἶπε· καί πῶς Ἐστίν εὐθύς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καί πάντα τά ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει. Ἀλλ᾿ ἐπανάγωμεν πρός τόν εἱρμόν τοῦ λόγου τόν λόγον, τούτοις περί τούτων ἀρκεσθέντες. Τόν γάρ νοῦν διά τῆς σοφίας ἔφασκε κινούμενον, εἰς θεωρίαν ἰέναι· διά δέ τῆς θεωρίας, εἰς γνῶσιν· διά δέ τῆς γνώσεως, εἰς τήν ἄληστον γνῶσιν· διά δέ τῆς ἀλήστου γνώσεως, εἰς τήν ἀλήθειαν· περί ἥν ὁ νοῦς ὅρον τῆς κινήσεως δέχεται, περιγραφομένης αὐτῷ τῆς τε οὐσίας καί τῆς δυνάμεως, καί τῆς ἕξεως καί τῆς ἐνεργείας. Νοῦ γάρ ἔλεγε δύναμιν εἶναι τήν σοφίαν, καί αὐτόν εἶναι τόν νοῦν δυνάμει σοφίαν· τήν δέ θεωρίαν ἕξιν· τήν δέ γνῶσιν ἐνέργειαν· τήν δέ ἄληστον γνῶσιν, σοφίας τε καί θεωρίας καί γνώσεως· ἤγουν δυνάμεως καί ἕξεως καί ἐνεργείας· τήν περί τό γνωστόν τό ὑπέρ πᾶσαν τήν γνῶσιν ἀκατάληκτον καί ἑκτικήν ἀεικινησίαν· ἧς πέρας ἐστίν, ὡς ἀλάθητον γνωστόν, ἡ ἀλήθεια· ὅ καί θαυμάζειν ἄξιον· πῶς τό ἄληστον λήγει περιγραφόμενον, ἤ δηλονότι ὡς Θεῷ τῇ ἀληθείᾳ περατούμενον; Θεός γάρ ἡ ἀλήθεια, περί ὅν ἀκαταλήκτως τε και ἀλήστως κινούμενος ὁ νοῦς, λήγειν οὐκ ἔχει ποτέ τῆς κινήσεως, μή εὑρίσκων πέρας ἔνθα μή ἔστι διάστημα. Τό γάρ θαυμαστόν μέγεθος τῆς θείας ἀπειρίας, ἄποσόν τί ἐστι καί ἀμερές καί παντελῶς ἀδιάστατον· καί τήν οἱανοῦν πρός τό γνωσθῆναι, ὅ τί ποτέ ἐστι κατ᾿ οὐσίαν, φθάνουσαν αὐτόν οὐκ ἔχον κατάληψιν. Τό δέ μή .ἔχον διάστημα ἤ κατάληψιν καθ᾿ ὁτιοῦν, οὐκ ἔστι τινί περατόν. Τόν δέ λόγον ὡσαύτως διά τῆς φρονήσεως κινούμενον, εἰς τήν πρᾶξιν ἰέναι· διά δέ τῆς πράξεως εἰς ἀρετήν· διά δέ τῆς ἀρετῆς εἰς τήν πίστιν, τήν ὄντως βεβαίαν καί ἄπτωτον τῶν θείων πληροφορίαν· ἥν πρώτην ἔχων δυνάμει κατά τήν φρόνησιν ὁ λόγος, ὕστερον ἐνεργείᾳ κατά τήν ἀρετήν ἐπιδείκνυται, διά τήν ἐπ’ ἔργων φανέρωσιν. Ἡ γάρ χωρίς ἔργων πίστις νεκρόν τι, καθώς γέγραπται· πᾶν δέ νεκρόν καί ἀνενέργητον, οὐκ ἄν ποτέ τις εὖ φρονῶν τοῖς καλοῖς εἶναι θαρσήσειεν εἰπεῖν ἐνάριθμον. Διά δέ τῆς πίστεως εἰς τό ἀγαθόν, περί ὅ δέχεται τέλος, παυόμενος τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν ὁ λόγος, περιγραφομένης αὐτοῦ τῆς τε δυνάμεως καί τῆς ἕξεως καί τῆς ἐνεργείας. Λόγου γάρ ἔφασκεν εἶναι δύναμιν τήν φρόνησιν· καί αὐτόν εἶναι δυνάμει τόν λόγον, φρόνησιν· ἕξιν δέ, τήν πρᾶξιν· ἐνέργειαν δέ, τήν ἀρετήν· τήν δέ πίστιν φρονήσεως τε καί πράξεως καί ἀρετῆς, ἤγουν δυνάμεως ἕξεώς τε καί ἐνεργείας ἐνδιάθετον πῆξιν καί ἀναλλοίωτον· ἧς πέρας ἔσχατόν ἐστι τό ἀγαθόν, περί ὅ καταλήγων τῆς κινήσεως ὁ λόγος παύεται. Θεός γάρ ἐστι τό ἀγαθόν, ᾧ πέφυκε πᾶσα καί παντός λόγου παρατοῦσθαι δύναμις. Πῶς δέ καί τίνα τρόπον τούτων ἕκαστον κατορθοῦται, καί εἰς ἐνέργειαν ἄγεται· καί τίνα τούτων ἑκάστῳ ἠναντίωται, ἤ προσῳκείωται, καί ἐπί πόσον, διαιρεῖν τε καί λέγειν, οὐ τῆς παρούσης ἐστίν ὑποθέσεως· πλήν τοῦ, ὅσον γιγνώσκειν, ὅτι πᾶσα ψυχή ἡνίκα διά τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί τῆς οἰκείας φιλοπονίας καί σπουδῆς ἀλλήλοις ταῦτα συνάψαι τε καί ἱστουργῆσαι δυνηθῇ· τόν λόγον φημί τῷ νῷ, καί τῇ σοφίᾳ τήν φρόνησιν, καί τῇ θεωρίᾳ τήν πρᾶξιν, καί τῇ γνώσει τήν ἀρετήν, καί τῇ ἀλήστῳ γνώσει τήν πίστιν, οὐδενός ἐλαττουμένου πρός τό ἕτερον ἤ πλεονάζοντος, πάσης αὐτοῖς περικοπείσης ὑπερβολῆς καί ἐλλείψεως· καί, ἵνα συνελών εἴπω, μονάδα τήν ἑαυτῆς δεκάδα ποιῆσαι· τηνικαῦτα καί αὐτή τῷ Θεῷ ἀληθινῷ τε καί ἀγαθῷ, καί ἑνί καί μόνῳ ἑνωθήσεται· καλή τε καί μεγαλοπρεπής, καί αὐτῷ [κατά τό ἐφικτόν] ἐμφερής γενομένῃ, τῇ συμπληρώσει τῶν τεσσάρων γενικῶν ἀρετῶν· τῶν

δηλωτικῶν μέν τῆς κατά ψυχήν θείας δεκάδος, περιεκτικῶν μέν τῆς ἄλλης τῶν ἐντολῶν μακαρίας δεκάδος. Δεκάς γάρ δυνάμει ἐστίν ἡ τετράς, ἀπό τῆς μονάδος εἰρμῷ κατά πρόοδον συντιθεμένη. Καί πάλιν μονάς ἡ αὐτή, κατά σύνοδον τό ἀγαθόν μοναδικῶς περιέχουσα, καί τό ἁπλοῦν καί ἀμερές τῆς θείας ἐνεργείας, ἐφ᾿ ἑαυτῆς ἀτμήτως μεμερισμένον δεικνύουσα· αἷς, τό μέν οἰκεῖον εὐτόνως ἀπερεγχείρητον ἡ ψυχή διετήρησεν· τό δέ ἀλλότριον ἀνδρικῶς ὡς πονηρόν ἀπεῤῥάπισεν· ὡς νοῦν εὔλογον ἔχουσα, καί σοφίαν ἔμφρονα, καί θεωρίαν ἔμπρακτον, καί γνῶσιν ἐνάρετον, καί τήν ἐπ᾿ αὐταῖς ἄληστον γνῶσιν, πιστοτάτην ὁμοῦ καί ἀμετάπτωτον· καί ὡς τοῖς αἰτίοις τά αἰτιατά, καί ταῖς δυνάμεσι τάς ἐνεργείας σωφρόνως συνημμένας, Θεῷ προσκομίσασα· καί ἀντιλαβοῦσα τούτων τήν ποιητικήν τῆς ἁπλότητος θέωσιν. Ἐνέργεια γάρ ἐστι καί φανέρωσις· τοῦ μέν νοῦ, ὁ λόγος, ὡς αἰτίας αἰτιατόν· καί τῆς σοφίας ἡ φρόνησις, καί τῆς θεωρίας ἡ πρᾶξις, καί τῆς γνώσεως ἡ ἀρετή, καί τῆς ἀλήστου γνώσεως ἡ πίστις· ἐξ ὧν ἡ ἐνδιάθετος πρός τε τήν ἀλήθειαν καί τό ἀγαθόν, φημί δέ τόν Θεόν, σχέσις δημιουργεῖται· ἥν ἔφασκεν εἶναι θείαν ἐπιστήμην, καί γνῶσιν ἄπταιστον, καί ἀγάπην καί εἰρήνην, ἐν αἷς καί δι᾿ ὧν ἡ θέωσις· τήν μέν [ἐπιστήμην] ὡς συμπλήρωσιν πάσης τῆς ἐφικτῆς ἀνθρώποις περί Θεοῦ καί τῶν θείων γνώσεως, καί τῶν ἀρετῶν περιοχήν ἄπταιστον· τήν δέ [γνώμην], ὡς ἐπιβᾶσαν γνησίως τῇ ἀληθείᾳ, καί πεῖραν τοῦ θείου διαρκῆ παρεχομένην· τήν δέ [ἀγάπην] ὡς ὅλης τοῦ Θεοῦ κατά διάθεσιν, ὅλην μετέχουσαν τῆς τερπνότητος· τήν δέ [εἰρήνην], ὡς τά αὐτά τῷ Θεῷ πάσχουσαν, καί πάσχειν τούς κατ᾿ αὐτήν ἀξιωθέντας γενέσθαι παρασκευάζουσαν. Εἰ γάρ τό θεῖον παντελῶς ἀκίνητον, ὡς τό διοχλοῦν καθ᾿ ὅτιοῦν οὐκ ἔχον. (Τί γάρ καί τό φθάνον ἐστί τήν ἐκείνου περιωπήν;) ἡ δέ εἰρήνη, σταθερότητς ἐστίν ἀκλόνητός τε καί ἀκίνητος· πρός δέ, καί ἀνενόχλητος εὐφροσύνη· ἆρα τά θεῖα οὐ πάσχει καί πᾶσα ψυχή, ἡ τήν θείαν καταξιωθεῖσα κομίσασθαι εἰρήνην; ὡς μή μόνον κακίας καί ἀγνωσίας, ψεύδους τε καί πονηρίας, τῶν τῇ ἀρετῇ καί γνώσει, τῇ τε ἀληθείᾳ καί τῷ ἀγαθῷ ἀντικειμένων κακιῶν, αἵ ταῖς παρά φύσιν τῆς ψυχῆς κινήσεσι παρυφίστανται· ἀλλ᾿ ἤδη καί ἀρετῆς αὐτῆς γνώσεως, ἀληθείας τε αὖ καί ἀγαθότητος τῶν ἡμῖν διεγνωσμένων τούς ὅρους, εἰ θέμις εἰπεῖν, ὑπερβᾶσα, καί τῇ ὑπεραληθεστάτῃ καί ὑπεραγάθῳ κοίτῃ τοῦ θεοῦ, κατά τήν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ ἐπαγγελίαν, ἀῤῥήτως τε καί ἀγνώστως ἑαυτήν κατευνάσασα· ὡς μηδέν τῶν διοχλεῖν αὐτῇ πεφυκότων λοιπόν ἔχουσα φθάνον αὐτῆς τήν ἐν θεῷ κρυφιότητα· καθ᾿ ἥν μακαρίαν καί παναγίαν κοίτην, τό φρικτόν ἐκεῖνο τῆς ὑπέρ νοῦν καί λόγον ἑνότητος μυστήριον ἐπιτελεῖται· δι᾿ οὗ μία σάρξ καί ἔν πνεῦμα, ὅ τε θεός πρός τήν Ἐκκλησίαν, τήν ψυχήν, καί ἡ ψυχή πρός τόν Θεόν γενήσεται· ὦ πῶς σε, Χριστέ, θαυμάσω τῆς ἀγαθότητος, οὐ γάρ ἀνυμνῆσαι φάναι τολμήσω, ὁ μήτε πρός τό θαυμάζειν ἀξίως ἀρκοῦσαν ἔχων τήν δύναμιν· Ἔσονται γάρ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· τό δέ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν· ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν, φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Καί πάλιν· ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἕν πνεῦμά ἐστι. Οὕτω γοῦν ἑνοειδῆ γενομένην ψυχήν, καί πρός ἑαυτήν καί τόν Θεόν συναχθεῖσαν, οὐκ ἔσται ὁ εἰς πολλά κατ᾿ ἐπίνοιαν αὐτήν ἔτι διαιρῶν λόγος, τῷ πρώτῳ καί μόνῳ καί ἑνί Λόγῳ τε καί Θεῷ κατεστεμμένην τήν κεφαλήν· ἐν ᾧ κατά μίαν ἀπερινόητον ἁπλότητα πάντες οἱ τῶν ὄντων λόγοι ἑνοειδῶς καί εἰσί καί ὑφεστήκασιν, ὡς δημιουργῷ τῶν ὄντων καί ποιητῇ· ᾧ ἐνατενίζουσα, οὐκ ἐκτός αὐτῆς ὄντι, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ ὅλῳ, κατά ἁπλῆν προσβολήν εἴσεται καί αὐτή τούς τῶν ὄντων λόγους καί τάς αἰτίας, δι᾿ οὕς τυχόν πρίν νυμφευθῆναι τῷ Λόγῳ καί Θεῷ ταῖς διαιρετικαῖς ὑπήγετο μεθόδοις· σωστικῶς τε

δι᾿ αὐτῶν καί ἐναρμονίως πρός αὐτόν φερομένη, τόν πάντός λόγου καί πάσης αἰτίας περιεκτικόν τε καί ποιητήν. Ἐπειδή ταῦτα τοίνυν τῆς ψυχῆς εἰσίν, ὡς ἔφαμεν, κατά νοῦν μέν ἐχούσης δυνάμει τήν σοφίαν, ἐκ δέ τῆς σοφίας τήν θεωρίαν, ἐκ δέ ταύτης τήν γνῶσιν· ἐκ δέ τῆς γνώσεως τήν ἄληστον γνῶσιν· δι᾿ ἧς πρός τήν ἀλήθειαν ὡς πέρας καί τέλος οὖσαν τῶν κατά νοῦν ἀγαθῶν ἄγεται· κατά δέ τόν λόγον ἐχούσης τήν φρόνησιν, ἐκ δέ ταύτης τήν πρᾶξιν, ἐκ δέ τῆς πράξεως τήν ἀρετήν, ἐκ δέ ταύτης τήν πίστιν, καθ᾿ ἥν εἰς τό ἀγαθόν ὡς τέλος μακάριον τῶν λογικῶν ἐνεργιῶν καταλήγει· δι᾿ ὧν ἡ τῶν θείων ἐπιστήμη , κατά σύνοδον τῆς πρός ἄλληλα τούτων ἑνώσεως, συλλέγεται· πρός ταῦτα πάντα σαφῶς ἁρμόζεται, κατά τήν θεωρίαν εἰκαζομένη τῇ ψυχῇ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία. Τά μέν κατά νοῦν πάντα καί ἐκ τοῦ νοῦ κατά πρόοδον εἶναι δειχθέντα, διά τοῦ ἱερατείου σημαίνουσα· τά δέ κατά τόν λόγον καί ἐκ τοῦ λόγου κατά διαστολήν εἶναι δηλωθέντα, διά τοῦ ναοῦ σαφηνίζουσα· καί πάντα συνάγουσα πρός τό τελούμενον ἐπί τοῦ θείου θυσιαστηρίου μυστήριον· ὅπερ διά τῶν κατά τήν Ἐκκλησίαν ἐπιτελουμένων ὁ δυνηθείς ἐμφρόνως καί σοφῶς μυηθῆναι, Ἐκκλησίαν ὄντως Θεοῦ, καί θείαν τήν ἑαυτοῦ ψυχήν κατεστήσατο· δι᾿ ἥν ἴσως, καί ἧς ἡ χειροποίητος ἐκκλησία σοφῶς διά τῆς ἐν αὐτῇ τῶν θείων ποικιλίας κατά σύμβολον οὖσα παράδειγμα, πρός ὁδηγίαν τοῦ κρείττονος ἡμῖν παρεδόθη.