Εἰσαγωγικά

Βίος, ἐπιστολαὶ καὶ πρόλογος

Περίληψη

Τα εισαγωγικά κείμενα της «Κλίμακος» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου αποτελούν έναν πολύτιμο πνευματικό πρόλογο στο αριστούργημα της ορθόδοξης ασκητικής γραμματείας. Περιλαμβάνουν τον συνοπτικό βίο του συγγραφέως από τον μοναχό Δανιήλ της Ραϊθού, προφητικές μαρτυρίες για το πρόσωπό του, την αλληλογραφία που οδήγησε στη συγγραφή του έργου, και τον θεόπνευστο πρόλογο του ίδιου του αγίου. Τα κείμενα αυτά δεν προσφέρουν απλώς ιστορικές πληροφορίες, αλλά σκιαγραφούν το ήθος της ταπείνωσης, της υπακοής και του διακαούς έρωτος προς τον Θεό που διαπνέουν ολόκληρη την Κλίμακα, ενώ παράλληλα αποκαλύπτουν τον συμβολισμό της ως ουρανοδρόμου ανόδου.

Η οσιακή βιοτή και οι ασκητικοί αγώνες Ο μοναχός Δανιήλ, σύγχρονος και θαυμαστής του αγίου, συνέταξε έναν σύντομο βίο που εξαίρει την εκ νεότητος αφιέρωση του Ιωάννου. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο μακάριος προσέφερε τον εαυτό του ως «ακίβδηλον και εθελόθυτον θύμα» στο Σινά.

Ἑκκαίδεκα μέντοι ἐτῶν ποῦ πέλων ὁ μάκαρ τῇ ὁρωμένῃ ἡλικίᾳ, χιλιονταετὴς δὲ τῇ νοουμένῃ ἀγχινοίᾳ, προσαγήοχεν ἑαυτὸν ὥσπερ τὶ ἀκίβδηλον, καὶ ἐθελόθυτον τῷ μεγάλῳ ἱερεῖ θῦμα

Από την πρώτη στιγμή της μοναχικής του αφιερώσεως, επέλεξε την οδό της τελείας υπακοής σε πνευματικό πατέρα, νεκρώνοντας το ίδιον θέλημα. Μετά από δεκαεννέα χρόνια μαθητείας, αναχώρησε για το στάδιο της ησυχίας στην έρημο της Θολά, όπου επί σαράντα έτη επιδόθηκε σε αδιάλειπτη άσκηση. Η ζωή του χαρακτηριζόταν από άκρα λιτότητα στην τροφή, με την οποία συνέτριβε το κέρας της υπερηφανείας, και από ανεξάντλητη πηγή δακρύων. Ο ύπνος του ήταν τόσος μόνον όσος χρειαζόταν για να μη βλαφθεί ο νους από την αγρυπνία. Το κέντρο όμως της υπάρξεώς του ήταν η προσευχή και ο θείος έρως.

Ὁ δὲ πᾶς δρόμος προσευχὴ ἀένναος καὶ πρὸς Θεὸν ἔρως ἀνείκαστος

Η πνευματική του ωριμότητα φανερώθηκε και με θαυμαστά γεγονότα, όπως η διάσωση του μαθητού Μωυσέως από βέβαιο θάνατο κάτω από μεγάλη πέτρα, χάρη στην προσευχή και την έγκαιρη ειδοποίησή του. Επίσης, θεράπευσε μοναχό που βασανιζόταν από τον δαίμονα της σαρκικής επιθυμίας, αποδεικνύοντας ότι ο Θεός ενεργεί δια των δούλων του. Αφού διήνυσε λαμπρό στάδιο αρετής, εξελέγη ηγούμενος της μονής του Σινά, θέση από την οποία ποίμανε τους αδελφούς και παρέδωσε τη σοφή βίβλο της Κλίμακος.

Προφητικές επιβεβαιώσεις της μελλούσης ηγουμενίας Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε προφητικές ενδείξεις που προανήγγειλαν το μεγαλείο του Ιωάννου. Όταν ο αββάς Μαρτύριος τον προσήγαγε στον αββά Αναστάσιο, εκείνος εξεπλάγη και ρώτησε ποιος έκειρε τον νεαρό, γιατί, όπως αποκάλυψε, επρόκειτο για τον μελλοντικό ηγούμενο του Σινά.

Βαβαί, Ἀββᾶ Μαρτύριε! τὶς εἶπει, ὅτι ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ ἐκούρευσας

Παρόμοια, ο μέγας Ιωάννης ο Σαβαΐτης, συναντώντας τον νεαρό ασκητή, του ένιψε τα πόδια και ασπάσθηκε το χέρι του, εξηγώντας στον απορούντα μαθητή του ότι υποδέχθηκε τον ηγούμενο του Σινά. Αυτές οι μαρτυρίες δεν αποτελούσαν απλές εκτιμήσεις, αλλά χαρισματικές προρρήσεις που επιβεβαίωναν την εκλογή του από τον Θεό για να καθοδηγήσει τον νέο Ισραήλ των μοναχών.

Το αίτημα του ηγουμένου της Ραϊθού Η αφορμή για τη συγγραφή της Κλίμακος δόθηκε από τον ηγούμενο της Ραϊθού, ο οποίος, γνωρίζοντας την αρετή και τη σοφία του Ιωάννου, τον παρεκάλεσε εγγράφως να συντάξει πνευματική διδασκαλία για τους μοναχούς της εποχής του. Ο συντάκτης της επιστολής αναγνωρίζει τον Σιναΐτη ως κοινό πατέρα και διδάσκαλο, προικισμένο με το τάλαντο της θεοπτίας, ανάλογο με εκείνο του Μωυσέως. Τον παρακαλεί να καταγράψει όσα «τεθέαται» στο όρος της θείας εποπτείας και να εγχαράξει σε πλάκες, μεταφορικά, κανόνες που θα οδηγήσουν απλανώς τους μοναχούς στην ουράνια Ιερουσαλήμ.

Εἰ γὰρ Ἰακὼβ προβάτων ποιμὴν ὢν τὴν τοιαύτην φοβερὰν ὀπτασίαν ἐν τῇ κλίμακι τιθέαται, πόσῳ μᾶλλον ὁ λογικῶν θρεμμάτων προϊστάμενος, οὐκ ὀπτασίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ, καὶ ἀληθείᾳ ἀπλανῇ ἄνοδον πρὸς τὸν Θεὸν πᾶσιν ὑποδείξειεν

Η αναφορά στην κλίμακα του Ιακώβ λειτουργεί ως προτύπωση της αναμενόμενης διδασκαλίας, η οποία θα ανεβάζει τους αγωνιζομένους από τα γήινα στα επουράνια, καθιστώντας τους αβλαβείς από τις επιθέσεις των νοητών εχθρών.

Η υπακοή και η ταπείνωση του Σιναΐτη Η απάντηση του αγίου Ιωάννου είναι υπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Αν και θεωρεί τον εαυτό του αμαθή και ανάξιο, δέχεται το αίτημα αποκλειστικά από φόβο μήπως αρνηθεί την υπακοή, την οποία χαρακτηρίζει μητέρα των αρετών.

εἰ μὴ φόβος, καὶ πολὺς ὁ κίνδυνος, τῆς μητρὸς πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑπακοῆς τῆς ὁσίας τὸν ζυγὸν ἐξ ἑαυτῶν ἀποῤῥίψασθαι, ἐπῆρτο, οὐκ ἂν ἀλόγως ἐν τοῖς ὑπὲρ δύναμιν κατετολμήσαμεν

Παρουσιάζει τον εαυτό του ως απλό μαθητή που τολμά να ζωγραφίσει σκιώδεις μόνο εικόνες, ενώ αναθέτει στον αποδέκτη της επιστολής να διορθώσει και να συμπληρώσει τα ελλείποντα. Η όλη στάση του βεβαιώνει ότι η πνευματική αυθεντία δεν πηγάζει από την ανθρώπινη ικανότητα αλλά από την άνωθεν χάρη, που δίδεται στους ταπεινούς και υπακουστικούς.

Ο πρόλογος: Η κλίμαξ ως ουρανοδρόμος άνοδος Στον δικό του πρόλογο, ο άγιος Ιωάννης αποκαλύπτει τον συμβολισμό της Κλίμακος. Το βιβλίο του υπόσχεται να υποδείξει την αρίστη οδό σε όσους επιθυμούν να γραφτούν στη βίβλο της ζωής. Διά αυτής, ο αγωνιζόμενος χειραγωγείται απλανώς από τα γήινα προς τα άγια, ενώ στην κορυφή της αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Θεός.

Ἐσκόπησεν ὄντως ἀρίστως μάλα, ὅτι ἰσάριθμον ἡμῖν τῆς τοῦ Κυρίου κατὰ σάρκα ἡλικίας ἀνάβασιν τεκτηνάμενος· τῶν τριάκοντα γὰρ αὐτοῦ ἐτῶν τῆς τελειώσεως τριάκοντα βαθμῶν ἡμῖν συμβολικῶς ἐδείματο κλίμακα

Ο αριθμός των βαθμίδων, τριάκοντα, συμβολίζει την κατά σάρκα ηλικία του Κυρίου κατά το πλήρωμα της τελειώσεώς Του. Έτσι, η πνευματική ανάβαση γίνεται μέθεξη στη ζωή του Χριστού, και η συμπλήρωσή της οδηγεί στην κατά χάριν τελειότητα.

Τα εισαγωγικά κείμενα της Κλίμακος δεν αποτελούν απλό ιστορικό πλαίσιο, αλλά τον ασκητικό προθάλαμο ενός έργου που διαμόρφωσε τη μοναστική πνευματικότητα. Οι βιογραφικές λεπτομέρειες, οι προφητείες και η αλληλογραφία δηλώνουν ότι η διδασκαλία του Σιναΐτου είναι καρπός προσωπικής θεοπτίας και υπακοής, ενώ ο πρόλογος θέτει το κλειδί της ερμηνείας: η Κλίμακα είναι ο ζωντανός δρόμος που ανεβάζει τον άνθρωπο, δια των αρετών, στη θέα του Θεού, με οδηγό τον ίδιο τον Ιησού Χριστό.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Βίος ἐν ἐπιτομῇ τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ ἡγουμένου τοῦ Ἁγίου ὄρους Σινᾶ, τοῦ ἐπίκλην σχολαστικοῦ τοῦ ἐν ἁγίοις ὧς ἀληθῶς, συγγραφεὶς παρὰ Δανιὴλ μοναχοῦ Ῥαϊθηνοῦ, ἀνδρὸς τιμίου καὶ ἐναρέτου.

Τὸ μέν, τὶς ἡ ἐνεγκαμένη τοῦτον καὶ ἐκθρέψασα πρὸ τῆς ἀθλητικῆς αὐτοῦ, ἴν’ οὕτως εἴπω, ἀξιάκουστος πόλις εἰς ἅπαν ἐπεσκεμμένως τε καὶ διηκριβωμένως λέγειν οὐκ ἔχω. Τὸ δέ, τὶς ἡ νῦν φέρουσα, καὶ ἀμβροσίᾳ ἑστιάσει ἑστιῶσα τὸν πανθαύμαστον, ἀγνοῶ οὐδ’ ὅλως. Πέλει γὰρ καὶ αὐτὸς νυνὶ εἰς ἐκείνην, περὶ ἧς ὁ διαπρύσιος ἐμπεδοῖ τέττιξ ὧδε πως διακεκραγώς· Ὧν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει· κορεννύμενος αἰσθήσει ἀΰλῳ τὸν ἀκόρεστον, καὶ τὸν ἀνείδεον κάλλει ἐνηδόνως νοερῷ νοῒ, νῷ καὶ μόνῳ γαννύμενος, ἀξίας τῶν ἱδρώτων εἰληφὼς τὰς ἀμοιβάς, καὶ πόνων ἀπόνων γέρας, τὴν ἐκεῖσε κληρουχίαν λαχών, εἷς τε ὢν καὶ εἰς ἀεὶ μέτ’ ἐκείνων ἐσόμενος· Ὧν ὁ ποὺς ἔστη λοιπὸν ἐν εὐθύτητι. Ὅπως δ’ ἐκεῖσε τοῖς ἀΰλοις ὁ ἔνυλος συνθέων ἐστί, λέξω μάλα σαφῶς.

ἅ. Ἑκκαίδεκα μέντοι ἐτῶν ποῦ πέλων ὁ μάκαρ τῇ ὁρωμένῃ ἡλικίᾳ, χιλιονταετὴς δὲ τῇ νοουμένῃ ἀγχινοίᾳ, προσαγήοχεν ἑαυτὸν ὥσπερ τὶ ἀκίβδηλον, καὶ ἐθελόθυτον τῷ μεγάλῳ ἱερεῖ θῦμα. Σῶμα μὲν τούτου ἐν τῷ Σιναίῳ, ψυχὴν δ’ αὖ ἐν τῷ οὐρανίῳ ὄρει εἰσκεκομικώς, οἶμαι, κἂν αὐτοῦ τοῦ ὁρωμένου χωρίου μεγίστην τὴν πρὸς τὸν ἀόρατον ποδηγίαν δρέψασθαι σκεψάμενος. Καὶ τῇ μὲν ξενιτείᾳ τῇ προστάτιδι τῶν νοερῶν ἡμῶν νεανίδων, παῤῥησίαν τὲ ἄσεμνον διατεμών, ταπεινοφροσύνην δὲ κόσμιον προσειληφὼς ἐξορίζει δ’ ἀρίστῳ μάλα σκοπῷ σὺν τῇ εἰσόδῳ τὸν αὐτάρεστον καὶ οἰκειόπιστον ἀπατεῶνα· τὸν αὐχένα κλίνας, καὶ πεπιστευκὼς ἀρίστῳ πωλοδάμνῃ, ἀκινδύνῳ ὁδηγίᾳ τὸ βαρὺ πέλαγος στερεοῦσθαι σκοπῷ καλῷ. Οὕτω τὲ κυρίως ἑαυτὸν τεθεικώς, ὡς ἄλογόν τε καὶ ἀθέλητον ψυχὴν ἔχων, καὶ τῆς φυσικῆς ἰδιότητος ἀπηλλαγμένην πάντη. Τόδε δὴ θαυμαστότερον ἐν ἐγκυκλίῳ σοφίᾳ, οὐρανίῳ ἰδιωτείᾳ μαθητευόμενος, τὸ παραδοξότατον καὶ ταπεινώσει ἔκφυλον τὸ τῆς φιλοσοφίας φρύαγμα εἶτα ἑαυτοῦ μετὰ ἐννεακαιδεκαετῆ χρόνον, ὥσπερ τινὰ πρέσβυν, καὶ ἀντιλήπτορα πρὸς τὸν βασιλέα τὸν παιδοτρίβην προπεμψάμενος, ἐξέρχεται καὶ αὐτὸς μετὰ χεῖρας οἷα ὅπλα δυνατὰ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων τὰς τοῦ μεγάλου φέρων εὐχάς, ἐπὶ τὸ τῆς ἡσυχίας στάδιον· σημείοις τὲ πάντη αὐτάρκως ἐκ τοῦ κυριακοῦ τὴν τῆς παλαίστρας μονίαν εἰληφὼς (Θολᾶς δὲ τοὔνομα τῷ χῶρῳ), τεσσαράκοντα ἐκεῖ χρόνους διαπεράνας ἀνολιγώρως, καὶ διακαεῖ ἔρωτι καὶ πυρὶ πυρπολούμενος ἀεί. Ἀλλὰ τὶς ἐστιν ἱκανός, ὥσπερ ἐκεῖσε διετέλει πόνους λόγοις θριαμβεῦσαι, καὶ κροτῆσαι ταῖς διηγήσεσι δυνάμενος; Πῶς δ’ ᾧ πᾶς πόνος ἀφανῶς ἐσπείρετο, προφανῶς λεχθήσεται; Ὁμοίῳ ἐξ ἀπαρχῶν τινῶν, τὴν πανόσιον οὐσίαν λοιπὸν τοῦ τρισοσίου ἀκούσωμεν. Ἤσθιε μὲν ἅπαντα, ἃ ἀμέμπτως ἐφεῖται τῷ ἐπαγγέλματι, βραχὺ δὲ λίαν· κἂν τούτῳ οἶμαί που, τὸ τοῦ τύφου κέρας κλῶν πανσόφως, τῇ μὲν βραχύτητι τὴν δέσποιναν πολλοῖς

μαιμᾶσσουσαν ἐξέθλιβε, δί’ ἐνδείας βοῶν αὐτῇ· Σιώπα, πεφίμωσο· ἐρημίᾳ δὲ καὶ ἀσυνουσίᾳ προσώπων τὴν φλόγα τῆς καμίνου ταύτης κατέσβεσεν· ὡς εἰς τέλος αὐτὴν λοιπὸν ἀποτεφρωθῆναι, καὶ κατευνασθῆναι τέλεον. Εἰδώλων δὲ προσκύνησιν ἐλαίῳ καὶ σπάνει ἀναγκαίων ἀνδρείως ὁ ἀνδρεῖος διέφυγε. Ψυχῆς δὲ τὸν καθ’ ὥραν θάνατον, καὶ πάρεσιν, θανάτου κέντρῳ νύσσων ἀνέστησε· νῆσιν δ’ αὖ προσπαθείας, ἢ καὶ τάχα λοιπῶν καὶ αἰσθητῶν ἀΰλῳ δεσμῷ λύπης λέλυκεν. Ἢ δ’ αὐτῷ προτεθνηκυΐα διὰ ξίφους ὑπακοῆς τῆς μαινάδος ἡ τυραννίς. Ἀπροΐτῳ δὲ σώματι, καὶ ἀπροϊτωτέρῳ φθέγματι τὴν ἀραχνόδοξον τεθανάτωκε βδέλλαν.

Τὶ τὸ τῆς ὀγδόης παρὰ τῷ καλῷ μύστῃ τούτῳ νεάνιδος ἔπαθλον; Τὶ δὲ ἄρα ὁ καθαρισμὸς ὁ ἀκρότατος; οὗ μὲν ἀπήρξατο ὁ τῆς ὑπακοῆς Βεσελεήλ, τετελείωκε δὲ ὁ τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλὴμ Κύριος παρουσίᾳ ἑαυτοῦ ἐπιδημήσας· ἧς ἄνευ, οὐ καθαιρεθήσεται ὁ διάβολος, καὶ ἡ αὐτοῦ σύμμορφος συμμορία. Ποῦ θήσω ἐν τῇ παρούσῃ ἡμῶν τοῦ στεφάνου πλοκῇ τὴν τῶν δακρύων ἐκείνου πηγήν; πράγματος οὐκ ἐν πολλοῖς ἐνυπάρχοντος, ὧν τὸ ἀπόκρυφον ἕως καὶ νῦν περίεστιν ἐργαστήριον ἐν ἐσχατιᾷ τινι, καὶ ὑπωρείᾳ πέλον, ἄντρον βραχύτατον· ἀπέχον μὲν ἀπὸ τῆς αὐτοῦ, καὶ πάσης κέλλης τοσοῦτον, ὅσον τὰ τῆς κενοδοξίας ὦτα ἀποφράσσειν ἠδύνατο. Πλήσιον δὲ τοῦ οὐρανοῦ ὢν τοῖς ὀλολυγμοῖς καὶ ἀνακλήσεσι, καὶ οἷα εἰκὸς πεφύκασι ποιεῖν οἱ ξίφεσι, καὶ καυτῆρσι νυττόμενοι, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀποστερούμενοι. Ὕπνου μὲν μετελάγχανε τοσοῦτον, ὅσον τὴν τοῦ νοὸς οὐσίαν καὶ μόνον τῇ ἀγρυπνίᾳ μὴ λυμήνασθαι· πλεῖστά τε πρὸ ὕπνου καὶ ηὔχετο, καὶ δέλτια κατέταττε· τοῦτο γὰρ ἦν αὐτῷ ἀκηδίας καὶ μόνον φίμετρον. Ὁ δὲ πᾶς δρόμος προσευχὴ ἀένναος καὶ πρὸς Θεὸν ἔρως ἀνείκαστος· τοῦτον γὰρ νύκτωρ τε καὶ καθ’ ἡμέραν ἐν καθαρότητι ἁγνείας ἐσόπτρως φανταζόμενος, κόρον λαβεῖν καθ’ ἡμέραν ἐν καθαρότητι ἁγνείας ἐσόπτρως φανταζόμενος, κόρον λαβεῖν οὐκ ἐβούλετο· μᾶλλον δὲ οἰκειότερον φήσω, οὐκ ἠδύνατο. Οὗτινος κεντρωθεὶς τῷ ζήλῳ Μωσῆς τις τῶν μονήρη βίον μετιόντων, ἐκλιπαρεῖ λίαν φοιτητὴς γενέσθαι καὶ στοιχειωθῆναι πρὸς τὴν ὄντως φιλοσοφίαν· πρέσβεις τε κεκινηκὼς τῷ μεγάλῳ, ταῖς ἐκείνων ἱκεσίαις κατεβιάσατο· αὐτὸν προσληφθῆναι πάρ’ αὐτῷ. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, μετακομίζειν ὁ μέγας ἐκ χώρου τινὸς γαῖαν πρὸς λαχανίδων ποτισμόν, καὶ ἀρδείαν τῷ Μωσῇ προσέταξε· καὶ δὴ κατειληφὼς οὗτος τὸν ὑποδειχθέντα τόπον τὸ κελευσθὲν ἀόκνως διαπέραινε· τοῦ δ’ ἀκροτάτου φλογμοῦ καὶ σταθερᾶς μεσημβρίας καταλαβούσης (ἦν γὰρ λοιπὸν τῷ μηνῶν ὁ ὕστατος), ὁ Μωσῆς, κεκλικὼς παμμεγέθους λίθου ὑποκάτω, ὑπνώττων ἀναπαύλης μετελάγχανεν. Ὁ δὲ ἀνιᾷν ἓν τινι τοὺς ἰδίους ἱκέτας Κύριος μὴ βουλόμενος προκαταλαμβάνει συνήθως. Ὄντος γὰρ τοῦ ἐν τῇ κέλλῃ καὶ ἑαυτῷ προσαδολεσχοῦντος καὶ Θεῷ, εἰς ὕπνου μὲν τινα λεπτοτάτου ἔμφασιν κατηνέχθη, τινά, δι’ ἱεροπρεπῆ ὁρᾷ διυπνίζοντα αὐτόν, καὶ τὸν ὕπνον διακωμῳδοῦντα καὶ λέγοντα αὐτῷ Ἰωάννῃ Πῶς ἀμερίμνως ὑπνοῖς, ὁ δὲ Μωσῆς ἐν κινδύνῳ διατελεῖ; Θᾶττον οὖν ἀναπηδήσας ὑπὲρ τοῦ φοιτητοῦ τῇ προσευχῇ ὡπλίζετο. Εἶτα περὶ τὰς ἑσπερινὰς καταλαβόντα ὥρας, ἠρώτα αὐτὸν μὴ τὶ σκαιὸν ἢ ἀλέλπιστον αὐτῷ συνήντησεν. Ὁ δέ, «Λίθος, ἔφη, παμμεγέθης μὲ πιέζειν

τᾶς τῆς ἡμέρας ὥρας ὕπ’ αὐτὸν ὑπνώττοντα ἤμελλεν, εἰ μὴ γε ὡς σὲ με πεφωνηκότα οἰηθεὶς ἅλματι τοῦ χώρου ἐκπεπήδηκα». Ὁ δὲ ταπεινόνους ὄντως, οὕδεν τῶν ὀραθέντων ἀπήγγειλε, κρυφίαις δὲ βοαῖς, καὶ βίαις, ἀγάπης τὸν ἀγαθὸν Θεὸν ἀνύμνει.

Ἦν μὲν οὖν καὶ τύπος, καὶ ἰητὴρ μωλώπων ἀφανῶν ὡς καὶ τὶς ποτὲ Ἰσαάκιος τοὔνομα ὑπὸ βάρους τοῦ φιλοσάρκου δαίμονος ἰσχυρῶς πιεζόμενος, ἀθυμίᾳ λοιπὸν καταβληθείς, πρὸς τὸν μέγαν τοῦτον δρομαίως κατέσπευσε, καὶ τὸν πόλεμον οἰμωγαῖς μεμιγμένον συμφύρων ἐδημοσίευσε· τὴν δὲ πίστιν αὐτοῦ ἀγάμενος ὁ πανάγαστος, «Εἰς λιτὴν ἄμφω στῶμεν, ἔφησεν, ᾧ φίλε». Ὡς οὖν τὰ τῆς ἱκετηρίας διεπεραίνετο λοιπὸν λόγια, ἔτι ἐπὶ πρόσωπον πρηνοῦς ὄντος τοῦ κάμνοντος, Θεὸς μὲν θεράποντος: ἐποίει θέλημα, ἵνα μὴ τὸν Δαυῒδ ψευδόμενον δείξῃ· ὄφις δὲ ἐδραπέτευσε μάστιξιν ἐναργοῦς προσευχῆς δαμαζόμενος· ὁ νοσῶν δὲ ἄνοσον ἑαυτὸν θεώμενος, ὑψηλῶς ἐξίστατο, καὶ τῷ δοξάσαντι σὺν τῷ δοξασθέντι τὴν εὐχαριστίαν ἀνέπεμπε. Τινὲς δ’ αὖ νυττόμενοι φθόνῳ ἀείλαλον αὐτὸν καὶ φλήναφον ἀπεκάλουν· οὓς ἔργῳ παιδεύσας πάντα ἑαυτὸν πᾶσιν ἀπεδείκνυεν ἰσχύειν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι πάντας Χριστῷ. Σεσιώπηκε δὲ ἐνιαυσιαίαν πάμπαν περίοδον· ὥστε τοὺς σκώπτας ἱκέτας καταστῆναι λέγοντας πηγὴν ἀεννάου ὠφελείας ἀποπεφράχθαι, καὶ τὴν τῶν ὅλων σωτηρίαν λυμήνασθαι. Εἶξε τε ὁ ἀναντίλογος, καὶ πάλιν τῆς πρώτης εἴχετο καταστάσεως. Εἶτα ἀγάμενοι πάντες τὰ πάντα αὐτοῦ ἐν ἅπασι κατορθώματα, ὡς νεοφανῆ τινα Μωσέα, βίᾳ ἐπὶ τῶν ἀδελφῶν ἡγεμονίαν ἀνεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς λυχνίας τὸν λύχνον· οἱ καλοὶ δοκιμασταὶ μετεωρηκότες, καὶ οὐκ ἐψεύσθησαν· ἀλλὰ καὶ προσπελάζει τῷ ὄρει καὶ αὐτός· καὶ τὸν ἄδυτον ὑπελθὼν γνόφον, τὴν θεοτύπωτον δέχεται, νοεραῖς ἀναβιβαζόμενος βαθμίσι, νομοθεσίαν καὶ θεωρίαν. Λόγῳ Θεοῦ ἀνοίγει τὸ στόμα, καὶ τὸ πνεῦμα εἵλκυσε, καὶ ἐξηρεύξατο λόγον, καὶ λόγους ἐξ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας· καὶ ἀποπεραίνει τὸ τοῦ ὁρωμένου βίου πέρας, ἐν τῇ ὁδηγίᾳ τῶν Ἰσραηλιτῶν μοναχῶν, ἓν καὶ μόνον [ἑνὶ καὶ μόνῳ] ἀνόμοιος Μωσεῖ γεγονώς, τῇ ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ, τῇ ἄνω εἰσόδῳ ὡς ἐκεῖνος τῆς κάτω πως [καὶ παντὸς ἀγαθὸς καὶ οἰκτίρμων Θεὸς τὴν προσευχὴν ἡμῶν οὐ περιόψεται] οὐκ οἶδα διέψευσται. Καὶ μαρτυροῦσι μὲν τῶν δι’ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος ἀπηχημάτων πλεῖστοι ὅσοι δι’ αὐτοῦ, καὶ ἐσώθησαν, καὶ εἰς νῦν σώζονται· μάρτυς ἄριστος Δαυῒδ ὁ νέος τῆς σοφοῦ σοφίας καὶ σωτηρίας· μάρτυς δ’ ἦν ὁ καλὸς Ἰωάννης ἡμῶν ὁ ὅσιος ποιμήν· ἐξ οὗ μάλα ὁ ὑπὲρ ποίμνης λιπαρηθείς, ἐκ τοῦ ὄρους πρὸς ἡμᾶς ὁ νέος οὗτος θεόπτης τοῦ Σιναίου τῷ λογισμῷ συγκαταβάς, ὑπέδειξεν ἡμῖν καὶ αὐτὸς τὰς θεογράφους αὐτοῦ πλάκας, ἔξωθεν μὲν πρακτικά, ἔσωθεν δὲ θεωρητικὰ περιεχούσας στηρίγματα λέγοντα τάδε· πεπείραμαι κυροῦν ἐν βραχέσι πλεῖστα· ῥήτορσι γὰρ κάλλος συντομία ἔπους.

Περί τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννου ἡγουμένου τοῦ Σινᾶ ὄρους, ἤγουν, τοῦ τῆς Κλίμακος.

Ἐλθόντος ποτὲ τοῦ Ἀββᾶ Μαρτυρίου καὶ τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννου πρὸς τὸν μέγαν Ἀναστάσιον, καὶ ἰδὼν αὐτοὺς λέγει τῷ ἀββᾷ Μαρτυρίῳ· «Εἰπέ, Ἀββᾶ Μαρτύριε, πόθεν ἐστὶν ὁ παῖς οὗτος; Καὶ τὶς αὐτὸν ἐκούρευσεν;» Ὁ δὲ λέγει αὐτῷ· «Δοῦλός σου ἐστι, πάτερ, καὶ ἐγὼ ἐκούρευσα αὐτόν.» Καὶ λέγει αὐτῷ· «Βαβαί, Ἀββᾶ Μαρτύριε! τὶς εἶπει, ὅτι ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ ἐκούρευσας;» Καὶ οὐκ ἐψεύσθη ὁ ἅγιος· μετὰ γὰρ τεσσαράκοντα ἔτη γέγονεν ἡγούμενος ἡμῶν. Πάλιν ἄλλοτε παραλαβὼν τὸν αὐτὸν Ἰωάννην ὁ ἐπιστάτης αὐτοῦ ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος ἀπῆλθε πρὸς τὸν μέγαν Ἰωάννην τὸν Σαβαΐτην, ἐν τῇ τοῦ Γουδδᾶ ἐρήμῳ τότε διάγοντι [διάγοντα]. Ὡς οὖν εἶδεν αὐτοὺς ὁ γέρων ἀναστὰς ἔβαλεν ὕδωρ καὶ ἔνιψε τοὺς πόδας τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννου, καὶ κατεφίλησε τὴν χεῖρα αὐτοῦ· τοῦ δὲ Ἀββᾶ Μαρτυρίου οὐκ ἔνιψε τοὺς πόδας. Πυνθανομένου δὲ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Στεφάνου, τὶ οὕτως πεποίηκε, λέγει αὐτῷ· «Πίστευσον, τέκνον, ἐγώ, τὶς ἐστιν ὁ παῖς, οὐκ οἶδα· ἀλλ’ ἐγὼ ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ ἐδεξάμην καὶ τοὺς πόδας τοῦ ἡγούμενου ἔνιψα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀββᾶς Στρατήγιος, τὴν ἡμέραν, ἐν ᾗ ἐκουρεύσατο ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, εἴκοσην ἐτῶν ὑπάρχων, προείρηκη περὶ αὐτοῦ, ὅτι μέγας ἀστὴρ γενήσεταί. Ἀμέλει γοῦν ἅμα τῷ γενέσθαι αὐτὸν ἡγούμενον ἡμῶν, εἰσελθόντων ἐνταῦθα περὶ ποῦ ἑξακοσίων ξένων, ἐν τῷ καθέζεσθαι αὐτοὺς καὶ ἐσθίειν, ἐθεώρει αὐτὸς τινα κονδοκούρευτον, ἀναβεβλημένον Ἰουδαϊκῶς σινδόνα, περιτρέχοντα, καὶ ἐξουσιαστικῶς ἐπιτάσσοντα τοῖς τε μαγείροις καὶ οἰκονόμοις καὶ κελλαρίταις καὶ τοῖς λοιποῖς ὑπουργοῖς. Μετὰ οὖν τὸ ἀπελθεῖν τὸν λαόν, καθεσθέντων φαγεῖν τῶν ὑπηρετῶν, ἐζητεῖτο ἐκεῖνος ὁ πανταχοῦ περιτρέχων καὶ ἐπιτάττων, οὐχ εὑρίσκετο. Τότε ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης λέγει ἡμῖν· «Ἐάσατε αὐτόν· οὐδὲν ξένον ἐποίησεν ὁ κύριος Μωϋσῆς εἰς τὸν ἴδιον τόπον

διακονήσας».

Ποτὲ ἀβροχίας ἐν τοῖς κατὰ τὴν Παλαιστίνην μέρεσι γενομένης παρακληθεὶς ὑπὸ τῶν περιοίκων προσηύξατο, καὶ κατηνέχθη πλούσιος ὑετός· καὶ οὐκ ἄπιστον· θέλημα γὰρ τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει ὁ Κύριος, καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται.

Ἰστέον ὅτι ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης εἶχε γνήσιον ἀδελφόν, τουτονὶ τὸν θαυμαστὸν ἀββᾶν Γεώργιον, ὃν ἔτι ζῶν κατέστησεν ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ, τὴν ἡσυχίαν αὐτὸς ἀσπαζόμενος, ἣν ἄπ’ ἀρχῆς νύμφην ἑαυτῷ ἠγάγετο ὁ σοφός. Μέλλοντος πρὸς Κύριον πορεύεσθαι τοῦ νέου ἡμῶν Μωϋσέως τοῦ ὁσιωτάτου Ἰωάννου τοῦ ἡγουμένου, παρίστατο αὐτῷ κλαίων ὁ ἀββᾶς Γεώργιος ὁ ἴδιος αὐτοῦ ἀδελφὸς λέγων, ὅτι «Ἰδοὺ ἀφίεις μὲ καὶ ὑπάγεις; Ἐγὼ ηὐχόμην, ἵνα σὺ μὲ προπέμψης· οὐδὲ γὰρ εἰμι ἱκανὸς ἐκτὸς σοῦ ποιμᾶναι τὴν συνοδίαν, ᾧ κύριέ μού·

μᾶλλον δὲ ἐγὼ σὲ προπέμπω». Λέγει αὐτῷ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης· «Μὴ λυποῦ, μηδὲ μερίμνα· ἐὰν γὰρ εὕρω παῤῥησίαν πρὸς Κύριον, οὐ μὲ σὲ ἐάσω τελειῶσαι ἐνιαυτὸν ὄπισθέ μου». Ὅπερ καὶ γέγονεν· ἐντὸς γὰρ δέκα μηνῶν, ἀπῆλθε καὶ αὐτὸς πρὸς Κύριον.

Τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ συγγραφέως τῆς Κλίμακος.

Οὗτος ἑκκαίδεκα χρόνων ὑπάρχων καὶ ἀγχίνους ὧν, τῇ ἐγκυκλίῳ σοφίᾳ προσενήνοχεν ἑαυτὸν θῆμα ἱερώτατον τῷ Θεῷ ἐν τῷ Σιναίῳ ὄρει ἀνελθών, καὶ μονάσας, καὶ ἐν ὑποταγῇ διάγων. Εἶτα μετὰ χρόνους ἐννεακαίδεκα ἀναστὰς ἔρχεται πρὸς τὸ τῆς ἡσυχίας στάδιον, ἀπὸ σημείων πέντε τοῦ κυριακοῦ, τὴν τῆς παλαίστρας θείαν μονὴν κατειληφὼς (Θωλᾶς ὄνομα τῷ χώρῳ), καὶ τεσσαράκοντα ἔτη διαπεράνας ἐν διακαεῖ ἔρωτι, καὶ πυρὶ θείας ἀγάπης πυρπολούμενος. Ἤσθιε μὲν ἐκ πάντων ἃ ἀμέμπτως ἐφεῖται τῷ ἐπαγγέλματι, βραχὺ δὲ λίαν καὶ οὐκ εἲς κόρον, καὶ ἐν τούτῳ οἶμοι, τὸ τοῦ τύφου κέρας κλῶν πανσόφως. Ἀλλὰ τὴν τῶν δακρύων πηγὴν ἐκείνου τὶς ἂν λόγος ἐξείποι; Ὕπνου δὲ τοσούτου μετελάμβανεν, ὅσον τὴν τοῦ νοὸς οὐσίαν τῇ ἀγρυπνίᾳ μὴ λυμήνασθαι. Ὁ δὲ δρόμος αὐτοῦ προσευχὴ ἦν ἀένναος, καὶ πρὸς Θεὸν ἔρως ἀνείκαστος. Οὗτος τοίνυν πάσας ἀρετὴν ἐξασκήσας, καὶ καλῶς πολιτευσάμενος, καὶ μεγίστων θεωριῶν γενόμενος ἀνάπλεως, καὶ τὸν μαθητὴν ὑπνοῦντα ἓν τινὶ τόπῳ πέτρας μεγίστης, καὶ μέλλοντα ὕπ’ αὐτῆς πιπτούσης ἤδη ἀναιρεθῆναι, καὶ εἰς μέρη διαιρεθῆναι, ἐν τῷ κελλίῳ ὤν καὶ Πνεύματι θείῳ γνούς, τοῦ τοιούτου θανάτου ἐῤῥύσατο, ἐπιφανεῖς αὐτῷ καθ’ ὕπνους καὶ διαναστήσας, οὗ ἔμελλεν ὑποστῆναι πτώματος. Ἐν τούτῳ οὖν ἀρετῆς ἀφικόμενος, καὶ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου ὄρους Σινᾶ χρηματίσας, κατέλιπε τὴν ἐπίκηρον ζωήν, [καί] πρὸς τὴν αἰώνιον μετετέθη ἀνάπαυσιν, πρότερον σχεδιάσας τὴν πάνσοφον βίβλον τῶν θείων καὶ πνευματικῶν ἀναβάσεων, ἥτις καὶ Κλίμαξ ἐπονομάζεται.

Α ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ – Τοῦ ἡγουμένου τῆς Ῥαϊθοῦ

Πρὸς Ἰωάννην ἀξιάγαστον τὸν Σιναίου ὄρους ἡγούμενον.

Τῷ ὑπερφυεστάτῳ καὶ ἰσαγγέλῳ Πατρὶ Πατρῶν καὶ διδασκάλῳ τῷ ὑπὲρ λίαν, ὁ ἁμαρτωλὸς τῆς Ῥαϊθοῦ ἡγούμενος ἐν Κυρίῳ χαίρειν.

Γινώσκοντες ἡμεῖς οἱ εὐτελεῖς τὴν ἐν Κυρίῳ ἀδιάκριτόν σοῦ περὶ πάντων, ὡς καὶ ἐν πάσαις ἀρεταῖς κατακεκοσμημένην ὑπακοήν, καὶ μάλιστα ὅπου δ’ ἂν ἐπικερδῆσαι τῷ παρὰ Θεοῦ δοθέντι σοι ταλάντῳ δέοι, εὐτελεῖ ὣς ἀληθῶς, καὶ οἰκτρᾷ κεχρήμεθα συλλαβῇ τὸ εἰρημένον ἐν νῷ λαβόντες· Ἐρώτησον γάρ, φησί, τὸν πατέρα σοῦ, καὶ ἀναγγελεῖ σοί· τοὺς πρεσβυτέρους σοῦ, καὶ ἐροῦσί σοί. Τούτου ἕνεκεν ὡς κοινῷ πάντων πατρὶ πρεσβυτέρῳ τὲ παρὰ πάντας ἓν τε τῇ ἀσκήσει καὶ τῇ ἀγχινοίᾳ, καὶ διδασκάλῳ ἀρίστῳ, διὰ τῶνδε ἡμῶν τῶν γραμμάτων, τὴν σὴν καθικευτεύομεν τῶν ἀρετῶν κορωνίδα, τοῦ ἐπιστεῖλαι ἡμῖν τοῖς ἀμαθέσιν, ἅπερ ἐν τῇ θεοπτίᾳ κατὰ τὸν πάλαι Μωσέα ἐν τῷ αὐτῷ ὄρει τεθέασαι, καὶ οἱονεὶ πλάκας θεογράφους τῇ πάρ’ αὐτοῦ ἐπιστελλομένῃ πρὸς ἡμᾶς τιμίᾳ δέλτῳ ἐνθέμενον, εἰς διδασκαλίαν τοῦ νέου Ἰσραήλ, ἀρτίως τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων καὶ τῆς θαλάσσης τοῦ βίου ἐξεληλυθότων. Τοίνυν ὥσπερ ἀντὶ ῥάβδου τῇ θεοῤῥήμονὶ σου γλώττῃ ἐν τῇ θαλάττῃ μετὰ Θεὸν ἐθαυματούργησας, καὶ τὰ νῦν μὴ ἀπαξιώσῃς παρακαλούμενος εὐκρινῶς τὰ δέοντα τῇ ἀπαξιώσῃς παρακαλούμενος εὐκρινῶς τὰ δέοντα τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ, καὶ πρέποντα ἀόκνως ἐν Κυρίῳ πρὸς σωτηρίαν ἡμῖν ἐγχαράξαι, ὡς μέγας καθηγητὴς ἀληθῶς πάντων τῶν ἑλομένων τὴν τοιάνδε ἀγγελικὴν πολιτείαν, μὴ λογιζόμενος θωπείαν εἶναί τινα ἢ κολακείαν, τὰ πάρ’ ἡμῶν εἰρημένα. Ἐπίστασαι γάρ, ᾧ ἱερὰ ὄντως κορυφή, ὅτι ἀλλότρια καὶ λεγόμενον παρὰ πάντων. Διὸ πεποίθαμεν ἐν Κυρίῳ δέξασθαι ταχέως καὶ περιπτύξασθαι τὰ πάρ’ ἡμῶν ἐλπιζόμενα τίμια ταῖς πλαξὶν ἐγχαράγματα καθοδηγοῦντα ἀληθῶς τοὺς ἑπομένους ἀπλανῶς, καὶ καθάπερ κλῖμαξ ἐστηριγμένη μέχρι τῶν τοῦ οὐρανοῦ πυλῶν ἀναβιβάζουσα τοὺς προαιρομένους, ἀβλαβῶς καὶ ἀσινεῖς διαβαίνοντας καὶ ἀκωλύτως τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, καὶ τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους, καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ ἀέρος. Εἰ γὰρ Ἰακὼβ προβάτων ποιμὴν ὢν τὴν τοιαύτην φοβερὰν ὀπτασίαν ἐν τῇ κλίμακι τιθέαται, πόσῳ μᾶλλον ὁ λογικῶν θρεμμάτων προϊστάμενος, οὐκ ὀπτασίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ, καὶ ἀληθείᾳ ἀπλανῇ ἄνοδον πρὸς τὸν Θεὸν πᾶσιν ὑποδείξειεν;

Ἔῤῥωσο ἐν Κυρίῳ τιμιώτατε Πάτερ.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝῌ ΧΑΙΡΕΙΝ

Ὑπεδεξάμην ὡς πρέπουσαν τῷ σεμνῷ σοῦ καὶ ἀπαθεῖ βίῳ καὶ τῇ καθαρᾷ καὶ τεταπεινωμένῃ σοῦ καρδίᾳ, ἥνπερ πρὸς ἡμᾶς τοὺς πτωχοὺς καὶ πένητας τῶν ἀρετῶν ἀπέσταλκας τιμίαν σοῦ συλλαβήν, μᾶλλον δὲ ἐπιταγήν, καὶ ὑπὲρ τὴν ἡμετέραν ἰσχὺν κέλευσιν. Σὸν γὰρ ἦν ὄντως, σόν, καὶ τῆς σῆς ἱερᾶς ψυχῆς ἴδιον, τὸ πάρ’ ἡμῶν τῶν ἀπαιδεύτων, καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ ἀμαθῶν, διδασκαλίας, καὶ νουθεσίας λόγον αἰτήσασθαι. Σεσυνήθικε γὰρ ἀεὶ ἡμῖν δι’ ἑαυτῆς τύπον ταπεινοφροσύνης ὑποδεικνύειν. Πλὴν νῦν κἀγὼ ἐκεῖνο ἐρῶ, ὡς, εἰ μὴ φόβος, καὶ πολὺς ὁ κίνδυνος, τῆς μητρὸς πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑπακοῆς τῆς ὁσίας τὸν ζυγὸν ἐξ ἑαυτῶν ἀποῤῥίψασθαι, ἐπῆρτο, οὐκ ἂν ἀλόγως ἐν τοῖς ὑπὲρ δύναμιν κατετολμήσαμεν. Ἔδει γὰρ σέ, ᾧ θαυμάσιε Πάτερ, ἔδει ταῦτα πυθόμενον παρὰ τῶν εὖ εἰδότων μαθεῖν· ἡμεῖς γὰρ ἐν τῇ τῶν μαθητευομένων τάξει καθεστήκαμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο οἱ καθ’ ἡμᾶς θεοφόροι, καὶ τῆς ὄντως γνώσεως μύσται ὑπακοὴν ὁρίζονται ἐν τοῖς ὑπὲρ δύναμιν ἀδιστάκτως τοῖς προστάττουσι πείθεσθαι, ἰδοὺ τὰ καθ’ ἑαυτοὺς περειιδόντες εὐσεβῶς ἐν τοῖς ὑπὲρ ἑαυτοὺς ταπεινῶς τὴν ἐγχείρησιν πεποιήκαμεν· οὐχ ὣς τὶ σοι χρησιμεῦσον, ἢ δηλοῦν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ σὺ οἶσθα οὐχ ἧττον ἡμῶν, ᾧ ἱερὰ κορυφὴ (πέπεισμαι γὰρ οὐκ ἔγωγε μόνον, οἶμαι δὲ καὶ τῶν εὐφρονοῦντων ἕκαστος, καθαρεύειν σοῦ τὸν τῆς διανοίας ὀφθαλμὸν ἀπὸ πάσης γεώδους καὶ σκοτεινῆς τῶν σκοτεινῶν ἐπιχύσεως, καὶ ἀπαραποδίστως τῷ θείῳ φωτὶ ἐπιβάλλειν τέ, καὶ ὕπ’ αὐτοῦ καταυγάζεσθαι)· ἀλλὰ τὸν ἐκ τῆς παρακοῆς θάνατον ἐκδειματούμενος, καὶ ὕπ’ αὐτοῦ ὥσπερ εἰς ὑπακοὴν συνωθούμενος, πρὸς τὴν πανόσιόν σου κέλευσιν φόβῳ καὶ πόθῳ ἐλήλυθα, ὡς εὐγνώμων ὑπήκοος καὶ παῖς ἀχρεῖος ζωγράφου ἀρίστου, τῇ μὲν ψιλῇ ἡμῶν καὶ ἐξιτήλῳ γνώσει καὶ τῇ ἰσχνοφώνῳ προσφορᾷ διὰ μέλανος μόνου μονειδῶς τὰ ζῶντα ἐσκιακότες μόνον λόγια. Σοὶ δὲ λοιπόν, ᾧ διδασκάλων ἔξαρχε καὶ ταξιάρχα, κατελελοιπὼς ἐπικαλλωπίσαι καὶ τρανῶσαι, καὶ τὰ ἐλλείποντα, ὡς πληρωθῇ πλακῶν καὶ νόμου πνευματικοῦ ἀναπληρῶσαι. Οὐ σοὶ δέ, οὐδ’ αὐτὴν ἡμῶν τὴν ἐγχείρησιν ἐπέστειλα (ἄπαγε! τοῦτο γὰρ ἐσχάτης εὐηθείας ἂν εἴη τεκμήριον· ἱκανοῖς γὰρ ἐν Κυρίῳ, οὐχ ἑτέρους μόνον, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν τοῖς θείοις ἐμπεδοῦν ἤθεσί τε καὶ διδάγμασιν), ἀλλὰ τῇ σὺν ἡμῖν παρὰ σοί, ᾧ κρατίστων διδασκάλων κράτιστε, μαθητευομένῃ θεοκλήτῳ συνοδίᾳ, ἧς καὶ σοῦ δὲ ταῖς εὐχαῖς, ὥσπερ νοεραῖς τισιν ἐλπίσι τῆς ἀμαθείας κουφιζόμενος, τὸ τοῦ καλάμου ἱστίον τετανυκώς, τῷ καλῷ ὑμῶν συγκυβερνήτῃ τὸν τοῦ ἡμετέρου λόγου οἴακα μετὰ χεῖρας δεδωκώς, σὺν ἱκεσίᾳ πάσῃ τούτου πρὸς αὐτοὺς δι’ ὑμῶν ἀπέρχομαι, αἰτῶν τοὺς ἐντυγχάνοντας ἅπαντας, εἶ τὶς τι ἐν τούτῳ ὀνησιφόρον θεάσοιτο, τούτου τὸν καρπὸν τῷ ἀρίστῳ ἡμῶν ἐπιστάτῃ, ὡς εὐγνώμων, λογίσοιτο. Καὶ τὸν τῆς ἐγχειρήσεως, καὶ μόνης δοθῆναι παρὰ Θεοῦ ἐξαιτήσοιτο τὴν ἀντάμειψιν· οὐ τοῖς λεγομένοις ἐνατενίζων (εὐτελῆ γὰρ ἀληθῶς καὶ πάσης ἀγνωσίας ἀνάπλεα), ἀλλὰ τὴν τοῦ προσάγοντος ἀποδεχόμενος Κυριακὴν πρόθεσιν· οὐ γὰρ πλήθει δώρων καὶ καμάτων, ἀλλὰ πλήθει προθέσεως ὁ Θεὸς τοὺς μισθοὺς ἀποδίδωσι.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τοῖς ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς ἐν οὐρανοῖς ἀπογραφῆναι τὰ ἑαυτῶν ὀνόματα τρέχουσιν ἀρίστην δρόμου ὁδὸν ἡ παροῦσα βίβλος ὑποδεικνύειν πέφυκεν· ἐν αὐτῇ γὰρ διεξιόντες, εὑρήσομεν χειραγωγοῦσαν ἀπλανῶς τοὺς ἑπομένους, καὶ παντὸς ἀπὸ γηΐνων ἐπὶ τὰ ἅγια ἐστηριγμένην προβάλλουσαν, καὶ τὸν Θεὸν ἐπ’ αὐτῆς ἐστηριγμένον τῆς κορυφῆς ἐμφανίζουσαν· ἥνπερ, οἶμαί που, κλίμακα καὶ ὁ πτερνιστὴς τῶν παθῶν Ἰακὼβ ἐν τῇ ἀσκητικῇ εὐνῇ ἀναπαυόμενος τεθέαται. Ἀλλ’ ἐπιδῶμεν προθύμως καὶ πιστῶς, παρακαλῶ, καὶ ἡμεῖς τῆς νοερᾶς ταύτης καὶ οὐρανοδρόμου ἀνόδου· ἧς ἡ πρώτη βαθμίδων διδάσκει εὖ μάλα σαφῶς.

Ἐσκόπησεν ὄντως ἀρίστως μάλα, ὅτι ἰσάριθμον ἡμῖν τῆς τοῦ Κυρίου κατὰ σάρκα ἡλικίας ἀνάβασιν τεκτηνάμενος· τῶν τριάκοντα γὰρ αὐτοῦ ἐτῶν τῆς τελειώσεως τριάκοντα βαθμῶν ἡμῖν συμβολικῶς ἐδείματο κλίμακα· ἧς τὸν κύριον κατειληφότες χρόνον ἔννομοι καὶ ἄπτωτοι εὑρεθησόμεθα. Ὁ δ’ οὔπω τοῦτον πεφθακώς, νήπιος ἔτι, καὶ ἐν πάσῃ μαρτυρίᾳ καρδίας οὐκ ἀπόδεκτος εὑρεθήσεται. Ἡμεῖς δ’ ἀναγκαῖον ᾠήθημεν, τὸν τοῦ πανσόφου τούτου ἐνθάδε προτάξαι βίον, ἴν’ ὁρῶντες τοὺς κόπους, μὴ ἀπιστῶμεν τοῖς ὁράμασιν.

Λόγος ἀσκητικὸς τοῦ Ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ ἡγουμένου τῶν ἐν τῷ Σινᾷ ὄρει μοναχῶν, ὃν καὶ ἐπέστειλε τῷ ἀββᾷ Ἰωάννῃ τῷ ἡγουμένῳ τῆς Ῥαϊθοῦ, προτραπεὶς πάρ’ αὐτοῦ συντάξαι.