Λόγος ΚϚ΄
Περὶ τῆς ἀδιαλείπτου νηστείας
Περίληψη
Ο Λόγος ΚϚ’ του αββά Ισαάκ του Σύρου έρχεται ως μια πυκνή και διεισδυτική σύνοψη της ασκητικής εμπειρίας, καρπός μακροχρόνιας δοκιμασίας και πνευματικής διάκρισης. Ο ίδιος ο συγγραφέας μάς βεβαιώνει ότι όσα παραθέτει τα έμαθε «ἐν πείρᾳ», μέσα από αναρίθμητες πτώσεις και κρυφές αντιλήψεις της θείας χάριτος. Κεντρική θέση κατέχουν δύο θεμελιώδεις τρόποι που οδηγούν στην ελευθερία του αληθινού ανθρώπου: η συγκέντρωση σε έναν τόπο (ησυχία) και η συνετή εγκράτεια της γαστρός. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα ξετυλίγεται μια ολόκληρη πνευματική φυσιολογία: οι καρποί της υπομονής, οι ολέθριες συνέπειες της αμέλειας, η σημασία της διάκρισης στα μικρά, και τέλος η ανάδυση της ελπίδας και της αληθινής φιλοσοφίας. Ο λόγος, με τον έντονα παραινετικό και εξομολογητικό του τόνο, παραμένει διαχρονικός οδοδείκτης για όποιον αναζητά την εν Χριστώ ζωή.
Οι δύο θεμέλιοι της πνευματικής ζωής
Ο Ισαάκ ξεκινά προσδιορίζοντας τις δύο πρακτικές πάνω στις οποίες οικοδομείται ολόκληρο το ασκητικό οικοδόμημα: «τό συνάξαι ἑαυτόν εἰς ἕνα τόπον» και «τό ἀεί νηστεῦσαι», που δεν είναι τίποτε άλλο από το να θέσει κανείς τον εαυτό του κάτω από έναν σοφό κανόνα εγκράτειας της κοιλιάς. Αυτές οι δύο αρχές δεν αποτελούν απλώς μια χρήσιμη συμβουλή, αλλά τον ίδιο τον θεμέλιο όλων των αγαθών και την οδό που φέρνει την ψυχή από την αιχμαλωσία του εχθρού προς το φως και τη ζωή. Χάρη σε αυτές ανακαλείται ο άνθρωπος από τη σκλαβιά των παθών και εισέρχεται σε μια πορεία ελευθερίας. Ο Όσιος τονίζει ότι η καθήλωση σε έναν τόπο και η νηστεία είναι η κεφαλή κάθε θεάρεστης εργασίας, η θύρα και ο δρόμος προς τον Χριστό. Όποιος μένει πιστός σε αυτές, εισέρχεται στη μακαρία οδό της πνευματικής ανάστασης.
Οι καρποί της υπομονής στην ησυχία
Από την επίμονη παραμονή στον τόπο της ησυχίας και την εγκράτεια εκπηγάζει, σύμφωνα με τον Ισαάκ, μια πλούσια συγκομιδή πνευματικών αγαθών. Με μια εντυπωσιακή αλυσίδα αναφορικών συνδέσμων («ἐντεῦθεν») απαριθμεί τις δωρεές: υποταγή των αισθήσεων, νήψη του νου, ημέρωση των άγριων σωματικών παθών, πραότητα των λογισμών, φωτεινές κινήσεις της διάνοιας, αμέτρητα δάκρυα που αναβλύζουν σε κάθε καιρό και η συνεχής μνήμη του θανάτου. Προχωρώντας, περιγράφει την απόκτηση μιας καθαρής σωφροσύνης, της οξυδέρκειας που διαπερνά τα μακρινά, της ικανότητας να κατανοεί τα βαθύτερα μυστικά νοήματα των θείων λόγων, καθώς και της διάκρισης ανάμεσα στις αληθινές οράσεις και τις μάταιες φαντασίες. Όλη αυτή η πορεία καταλήγει, όπως λέει ο ίδιος συνοψίζοντας, στην «ἐλευθερία τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου» και στην πρόγευση της αναστάσεως με τον Χριστό στη βασιλεία Του. Είναι σαφές ότι για τον Ισαάκ η ησυχία δεν είναι αποστειρωμένη απομόνωση, αλλά το γόνιμο έδαφος όπου ανθίζουν όλες οι αρετές.
Ο κίνδυνος του σωματικού μετεωρισμού και της γαστριμαργίας
Αμέσως μετά την περιγραφή των καρπών, ο συγγραφέας στρέφεται στην ανάλυση των δύο αντίθετων δρόμων: του σωματικού μετεωρισμού και της γαστριμαργίας. Αν η ησυχία και η νηστεία είναι το θεμέλιο των αρετών, η παραμέλησή τους ανοίγει την πόρτα σε όλες τις πτώσεις. Ο μετεωρισμός του σώματος –η αδιάκοπη και άσκοπη περιπλάνηση από τόπο σε τόπο– λύνει τα δεσμά των αισθήσεων που είχαν υποταχθεί, οδηγεί σε απρόσμενες συναντήσεις και σε μια φοβερή ταραχή των λογισμών. Τα πάθη που είχαν νεκρωθεί αναζωπυρώνονται, και ο άνθρωπος ξαναπέφτει σε αγώνες που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω του. Παράλληλα, η γαστριμαργία, την οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα «έργο των χοίρων», επιφέρει βαρύτητα και σκοτισμό της διάνοιας, απρέπεια στους λογισμούς, νυχτερινές ακάθαρτες φαντασίες και σωματική μόλυνση. Ο Ισαάκ παραθέτει προφητικές και πατερικές ρήσεις για να δείξει ότι η τρυφή της σαρκός γεννά οξύτατα πάθη στην ψυχή και οδηγεί τον άνθρωπο κάτω από την κρίση του Θεού. Η ανάλυσή του είναι ωμή και ρεαλιστική, ακριβώς για να αφυπνίσει τον ασκητή από τον λήθαργο της αυταπάτης.
Η πνευματική διάκριση και η φύλαξη των αισθήσεων
Στη συνέχεια, ο όσιος εισάγει μια κρίσιμης σημασίας έννοια: τη διάκριση. Ο εχθρός γνωρίζει καλά τις φυσικές μας ανάγκες και τις στιγμές αδυναμίας μας· προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε μικρή άδεια για να προσθέσει στην αναγκαία χρήση του σώματος μια περιττή «προσθήκη». Χρησιμοποιεί λογισμούς που είναι «ὡς χνοῦς τῇ λεπτότητι», τόσο λεπτοί και απατηλοί που ο νους αδυνατεί να τους διακρίνει. Γι’ αυτό η υπομονή στα μικρά είναι το κλειδί της ασφάλειας: ο μη πειθόμενος ούτε πέντε βήματα να βγει από το κελί του, ο μη ανεχόμενος να παρακύψει από το παράθυρο, ο δυσκολευόμενος να φάει έστω και λίγη τροφή το βράδυ — αυτός είναι που στερεί από τον διάβολο τις αφορμές για μεγάλους πολέμους. Ο Ισαάκ επαναλαμβάνει με ποικίλες εικόνες ότι όποιος περιφρονεί τα μικρά, αναπόφευκτα θα ηττηθεί σε αυτά και θα δώσει στον εχθρό το δικαίωμα να τον πολεμήσει στα μεγάλα. Η αρετή, λέει, δεν είναι οι μεγάλες σωματικές κακοπάθειες αλλά η σοφή καρδιά που στηρίζεται στην ελπίδα του Θεού.
Οι γαρ λογισμοί, ιν’ ως εν υποδείγματι είπω, ως ύδωρ εισί, και όσον συνέχονται πάντοθεν, εν τη ευταξία αυτών πορεύονται, εάν δε εκείθεν μικρόν επί τα έξω εξέλθωσι, κατάλυσιν φραγμού και ερήμωσιν πολλήν κατεργάζονται Στο σημείο αυτό ο Ισαάκ χρησιμοποιεί μια δυνατή εικόνα για να περιγράψει το επικίνδυνο ξεχείλισμα των εμπαθών λογισμών όταν δεν συγκρατούνται από τη νήψη.
Μακάριος ο ευρών σε, εκ γαρ της ραθυμίας της νεότητος ηλευθέρωται Με αυτή τη ρήση υπογραμμίζεται ότι η αληθινή σοφία, που ελευθερώνει από τη ραθυμία της νεότητας, βρίσκεται στην ταπεινή και έμπονη αντιμετώπιση των μικρών πειρασμών.
Η δύναμη της ελπίδας και της αληθινής φιλοσοφίας
Το τελευταίο τμήμα του λόγου στρέφεται γύρω από την εσωτερική στάση της ψυχής. Ο Ισαάκ τονίζει ότι η ελπίδα προς τον Θεό και η ανδρεία της καρδιάς δεν γεννιούνται από ένα κενό θράσος, αλλά από την αγαθή μαρτυρία της συνειδήσεως. Όταν ο άνθρωπος φροντίζει να μην κατακρίνεται από τη συνείδησή του για κανένα οφειλόμενο χρέος, τότε αποκτά παρρησία ενώπιον του Θεού. Αντίθετα, η δειλία είναι σύμπτωμα φιλοσωματίας και ολιγοπιστίας. Η πραγματική φιλοσοφία κατά τον όσιο συνίσταται στο να νήφει κανείς ακόμη και στα ελάχιστα, αποδεχόμενος τη μικρή θλίψη τώρα για να αποφύγει τη μεγάλη αργότερα. Οι άφρονες προτιμούν την πρόσκαιρη ανάπαυση, αγνοώντας ότι είναι καλύτερο να υπομείνει κανείς κόπους στον αγώνα παρά να αναπαυθεί ράθυμα στην επίγεια στρωμνή. Στο σημείο αυτό παραθέτει και τον Μέγα Βασίλειο: «ὅστις εἰς τά μικρά ἑαυτοῦ ὀκνηρός ἐστι, μή πιστεύσῃς αὐτῷ εἰς τά μεγάλα διαπρέψαι». Ο λόγος κλείνει με μια σύντομη περικοπή για τη σιωπή και την ησυχία, εξηγώντας ότι αυτές μπορούν να πηγάζουν είτε από ανθρωπαρέσκεια είτε από ζέοντα ζήλο είτε από μια εσωτερική θεία ομιλία. Μόνο οι δύο τελευταίες αιτίες είναι γνήσιες· η πρώτη μαρτυρά ασθένεια της ψυχής. Η αληθινή αρετή, καταλήγει, δεν είναι η επίδειξη εξωτερικών πράξεων, αλλά η σοφή καρδιά που συνδέεται με τα έργα του Θεού μέσω του ορθού σκοπού.
Ου δύναται άνθρωπος κτήσασθαι ελπίδα προς τον Θεόν, ει μη πρώτον ετελείωσε το θέλημα αυτού κατά μέρος Αυτή η φράση συνοψίζει τη διδασκαλία ότι η ελπίδα δεν είναι μια αφηρημένη συναισθηματική κατάσταση, αλλά ο καρπός της έμπρακτης υπακοής στο θέλημα του Θεού.
Ο Λόγος ΚϚ’ του αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί έναν ανεκτίμητο πνευματικό χάρτη. Η ανάδειξη της ησυχίας και της εγκράτειας ως ακρογωνιαίων λίθων δεν αφορά μόνο τους μοναχούς της ερήμου, αλλά κάθε χριστιανό που επιθυμεί να βαδίσει την οδό της εσωτερικής ελευθερίας. Ο Όσιος δεν εξωραΐζει την πραγματικότητα: περιγράφει με ενάργεια τόσο τη γλύκα των θείων δωρεών όσο και την αθλιότητα της πτώσης. Η επιμονή του στην αξία των μικρών καθημερινών επιλογών, η ψυχολογική οξυδέρκεια στην ανάλυση των λογισμών και των παθών, και η ακλόνητη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού καθιστούν τον λόγο αυτόν διαχρονικό οδηγό πνευματικής νήψης. Μας υπενθυμίζει ότι η βασιλεία των ουρανών κερδίζεται, όχι μέσω εντυπωσιακών επιτευγμάτων, αλλά μέσα από την υπομονετική και γεμάτη διάκριση φύλαξη του νου και της καρδιάς.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΑΞΑΙ EΑΥΤΟΝ ΕΝ ΕΝΙ ΤΟΠΩ ΚΑΙ ΤΙ ΤΑ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΓΕΝΟΜΕΝΑ KΑΙ ΟΤΙ ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΕΔΙΔΑΧΘΗ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑΝ ΤΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΤΟΙΟΥΤΩΝ
Εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναριθμήτους και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτώ πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα έμαθον. Ότι ο θεμέλιος πάντων των αγαθών και η ανάκλησις της ψυχής εκ της αιχμαλωσίας του εχθρού και η οδός η προς το φως και την ζωήν φέρουσα, ούτοι οι δύο τρόποι εισί. Το συνάξαι εαυτόν είς ένα τόπον, και το αεί νηστεύσαι, τουτέστι το κανονίσαι εαυτόν εν εγκρατεία γαστρός σοφώς και φρονίμως εν ακινήτω καθέδρα και αδιαλείπτω σχολή και μελέτη Θεού. Εντεύθεν η των αισθήσεων υποταγή, εντεύθεν η του νου νήψις, εντεύθεν τα άγρια πάθη ημερούνται, τα εν τω σώματι κινούμενα, εντεύθεν ή πραότης των λογισμών, εντεύθεν αι της διανοίας φωτεινοί κινήσεις, εντεύθεν η σπουδή η προς τα έργα της αρετής, εντεύθεν τα υψηλά νοήματα και λεπτά, εντεύθεν τα άμετρα δάκρυα, τα εν παντί καιρώ γινόμενα, και του θανάτου η μνήμη. Εντεύθεν η σωφροσύνη η καθαρά, η τελείως απέχουσα εκ πάσης φαντασίας της την διάνοιαν πειραζούσης, εντεύθεν η οξυδέρκια και η οξύτης των μακράν όντων, εντεύθεν τα βαθύτερα των μυστικών νοημάτων, άπερ η διανοία καταλαμβάνει εν τη δυνάμει των θείων λογίων, και αϊ εσώτεραι κινήσεις, αϊ εν τη ψυχή γινόμεναι, και η διαφορά και η διάκρισις των πνευματικών εκ των αγίων δυνάμεων και των αληθινών οράσεων εκ των ματαίων φαντασιών. Εντεύθεν ο φόβος των οδών και των τριβών, ο εν τω πελάγει της διανοίας, ο κόπτων την ραθυμίαν και την αμέλειαν, και η φλόξ του ζήλου η καταπατούσα πάντα κίνδυνον και διαβαίνουσα πάντα φόβον, και η θέρμη η καταφρονούσα πάσης επιθυμίας και εκ της διανοίας αυτήν εξαλείφουσα και λήθην εμποιούσα πάσης μνήμης των παρερχομένων μετά των άλλων. Και ίνα συντόμως είπω, η ελευθερία του αληθινού ανθρώπου και η χαρά της ψυχής και η ανάστασις η μετά του Χριστού εν τη βασιλεία. Εί τις δε αμελήσει των δύο τούτων, γνώτω, ότι ου μόνον εκ πάντων τούτων των προειρημένων ζημιοί εαυτόν, αλλά και τον θεμέλιον πασών των αρετών διασείει εν τη καταφρονήσει των δύο τούτων αρετών. Και ώσπερ εισίν αύται αρχή και κεφαλή της θείας εργασίας εν τη ψυχή, και θύρα και οδός προς τον Χριστόν, εάν τις κράτηση αυτάς και εν αυταίς ύπομείνη, όντως εάν τις αναχωρήση εξ αυτών και αποπηδήση απ’ αυτών, προς ταύτα τα δύο τα εναντία τούτων καταντά. Λέγω δη τον σωματικόν μετεωρισμόν και το γαστριμαργείν ασέμνως. Αύται αρχαί εισί των εναντίων των προειρημένων και χώραν παρέχουσι τοις πάθεσιν εν τη ψυχή. Και η μεν πρώτη αρχή της μιάς, εν πρώτοις τάς αισθήσεις τάς υποταγείσας απολύει των δεσμών της συστολής. Και τι λοιπόν εκ τούτου γίνεται; Εντεύθεν άτοποι απαντήσεις και απροσδόκητοι, πλησιόχωροι των πτώσεων. Η ταραχή των ισχυρών κυμάτων, η εκ της οράσεως εξυπνιζομένη. Των οφθαλμών πύρωσις οξεία, κρατούσα του σώματος και συνέχουσα ολισθήματα ευχερή, εν τω φρονήματι γινόμενα. Λογισμοί ακρατείς, προς πτώσιν σπουδάζοντες. Η χλιαρότης του πόθου των έργων του Θεού και ατονία κατά μικρόν μικρόν της διαφοράς της ησυχίας, και του τελείως καταλείψαι τον κανόνα της πολιτείας αυτού. Εγκαινισμός των επιλησθέντων κακών και διδαχή ετέρων, ων ουκ ηπίστατο, εκ των αεί επιγινομένων αυτώ δι’ ακουσίων πολυτρόπων οράσεων, των εκ της μεταναστάσεως από χώρας είς χώραν και από τόπου εις τόπον συναντουσών αυτώ, και τα πάθη, άπερ δια της χάριτος του Θεού ήδη εκ της ψυχής νεκρωθέντα και δια της λήθης των μνημών των εν τη διανοία απολεσθέντα, πάλιν ταύτα προς κίνησιν άρχονται διεγείρεσθαι και την ψυχήν προς εργασίαν αυτών αναγκάζειν. Και ίνα μη όλα τα λοιπά λέγω και διηγήσωμαι, ταύτα μεν εκ της πρώτης εκείνης αιτίας ανοίγονται έπ’ αύτω, τουτέστιν εκ του μετεωρισμού του σώματος και του μη υπομείναι την της ησυχίας ταλαιπωρίαν. Τί δε εκ της άλλης, τουτέστι του άρξασθαι εν τω έργω των χοίρων; Και τι εστί το έργον των χοίρων, ή το αόριστον αφιέναι την γαστέρα και διαπαντός εμπιπλάν αυτήν και μη έχειν καιρόν δεδηλωμένον προς την του σώματος χρείαν καθώς οι λογικοί; Και τί λοιπόν γίνεται εκ τούτου; Εντεύθεν καρηβαρία και βάρησις τον σώματος πολλή μετά χαλασμού των ώμων. Όθεν ανάγκη απολειφθήναι εκ της λειτουργίας του Θεού. Και οκνηρία γαρ επιγίνεται είς το μη ποιείν μετανοίας εν αυτή αμέλεια των συνήθων προσκυνήσεων σκότωσις και ψυχρότης της διανοίας νους παχύς και αδιάκριτος εκ των ταραχών και των πολλών σκοτώσεων των λογισμών γνόφος παχύς και ζοφώδης, ηπλωμένος εν όλη τη ψυχή αηδία πολλή εν παντί έργω του Θεού, άμα δε και εν τη αναγνώσει, δια το μη γεύσασθαι αυτόν της ηδύτητος των λογίων του Θεού αργία πολλή των αναγκαίων νους ακράτητος και μετεωριζόμενος εν πάση τη γή χυμός πολύς συναγόμενος εν πάσι τοις μέλεσι φαντασίαι ακάθαρτοι ταίς νυξί δια φασμάτων βεβήλων και ατόπων εικόνων, πεπληρωμένων επιθυμίας, εν τη ψυχή διαβαινούσης και εν αυτή τη ψυχή τα εαυτής θελήματα αποπληρούσης ακαθάρτως. Και η στρώμνη δε του αθλίου και τα ενδύματα αυτού και αυτό το σώμα όλον μολύνεται δια το πλήθος της αισχράς ρεύσεως, της ως από πηγής εξ αυτού βλυζούσης και τούτο ου μόνον εν τη νυκτί, αλλά και εν ημέρα συμβαίνει αυτώ το γαρ σώμα πάντοτε ρέει και μιαίνει την διανοίαν, ώστε αυτόν δια τούτων των πραγμάτων την σωφροσύνην απαρνήσασθαι η γαρ ηδύτης των γαργαλισμών ενεργείται εν όλω τω σώματι αυτού εν αδιαλείπτω πυρώσει και ανυπομονήτω. Και λογισμοί δε απατηλοί συμβαίνουσιν αυτώ, εικονίζοντες κάλλος κατέναντι αυτού και ερεθίζοντες αυτόν εν παντί καιρώ και γαργαλίζοντες τον νουν εν τη ομιλία αυτών. Και αδιστάκτως συνδυάζει αυτοίς εν τη μελέτη αυτών και εν τη επιθυμία αυτών, δια το σκοτισθήναι αυτού το διακριτικόν. Και τούτο εστίν όπερ είπεν ο Προφήτης «τούτο το ανταπόδομα της αδελφής Σοδόμων, ήτις τρυφώσα ήσθιεν άρτον είς πλησμονήν», και τα εξής. Και τούτο δε ερρέθη υπό τίνος των μεγάλων σοφών, ότι Ει τις θρέψει το σώμα αυτού εν τρυφή μεγάλως, είς πόλεμον εκβάλλει την εαυτού ψυχήν, και εάν ποτέ έλθη είς εαυτόν και ζήτηση βιάσασθαι είς το κρατήσαι εαυτού, ου δύναται, δια την υπερβάλλουσαν πύρωσιν των κινήσεων του σώματος και δια την βίαν και την ανάγκην των ερεθισμών και των γαργαλισμάτων των την ψυχήν αιχμαλωτιζόντων εν τοις θελήμασιν αυτών. Οράς ώδε λεπτότητα τούτων των αθέων; Και πάλιν ο αυτός λέγει Η τρυφή του σώματος εν απλότητι και υγρότητι, της νεότητος τα πάθη εν τη ψυχή οξέως κτάσθαι παρασκευάζει, και περικυκλοί αυτήν ο θάνατος, και εμπίπτει ούτος υπό την κρίσιν του Θεού. Ψυχή δε η αδολεσχούσα αεί εν τη μνήμη των οφειλομένων, αναπαύεται εν τη ελευθερία εαυτής και αι φροντίδες αυτής μικραί, και ου μεταμελείται εν τινί, πρόνοιαν ποιουμένη υπέρ της αρετής, ηνιοχούσα τα πάθη και φυλάττουσα την αρετήν, είς αύξησιν και χαράν αμέριμνον και ζωήν αγαθήν και λιμένα ακίνδυνον άγει. Απολαύσεις γαρ σωματικαί ου μόνον ενισχύουσι τα πάθη και στερεούσιν αυτά κατά της ψυχής, αλλά και εκριζούσιν αυτήν εκ των ριζών αυτής. Και συν τούτοις εξάπτουσι την γαστέρα εις ακρασίαν και αταξίαν όρων άκρας ασωτίας, και παρά καιρόν την χρείαν του σώματος εκτελείν βιάζονται. Και ο πολεμούμενος εν τούτοις ου θέλει υπομείναι μικράν πείναν και εξουσιάσαι εαυτού, διότι ηχμαλωτίσθη υπό των παθών. Ούτοι εισίν οι καρποί της αισχύνης, οι εκ της γαστριμαργίας. Και οι προ τούτων είσιν οι καρποί της υπομονής, της εν ενί τόπω και ησυχία διαγωγής. Δια τούτο και ο εχθρός τους καιρούς επισταμένος των χρειών ημών των φυσικών, δι’ ων η φύσις κινείται προς την χρείαν αυτής, και ότι ο νους εκ του μετεωρισμού των οφθαλμών ρέμβεται και εκ της αναπαύσεως της γαστρός, σπουδάζει και αγωνίζεται ερεθίσαι ημάς προσθήκην ποιήσασθαι εις την φυσικήν χρείαν και σπείραι εν ημίν σχήματα λογισμών πονηρών εν τοις τοιούτοις καιροίς, ώστε, εάν ενδέχηται, υπερισχύσαι τα πάθη κατά της φύσεως δια την περισσοτέραν συμπλοκήν και καταποντίσαι τον άνθρωπον εν τοις πτώμασι. Διά τούτο έδει ημάς, ώσπερ ο εχθρός γινώσκει τους καιρούς, ούτω και ημάς γνωρίσαι την ασθένειαν ημών και την δύναμιν της φύσεως ημών, ότι ανίκανος εστί προς τάς ορμάς και τάς κινήσεις εκείνων των καιρών και προς την λεπτότητα των λογισμών, των ως χνούν όντων τη λεπτότητι κατέναντι των οφθαλμών ημών, και ότι ου δυνάμεθα οράν εαυτούς και απαντήσαι τοις συμβαίνουσιν ημίν και δια την πολλήν δοκιμασίαν, ην επειράσθημεν υπό του εχθρού, και εν ταλαιπωρία εξ αυτού ελάβομεν πολλάκις, του λοιπού σοφίσασθαι και μη εάσαι εαυτούς ριφθήναι του ποιήσαι το θέλημα της ημών αναπαύσεως και ηττάσθαι εκ της πείνης, αλλά μάλλον καν καταπονήση ημάς η πείνα η στένωση, μη σαλευθώμεν εκ του τόπου της ησυχίας ημών και καταντήσωμεν όπου ευχερώς συμβαίνουσιν ημίν τα τοιαύτα, μηδέ σκευάσωμεν εαυτοίς αφορμάς και τρόπους, όπως εκ της ερήμου εξέλθωμεν. Ταύτα γαρ είσι τα επιτηδεύματα του εχθρού τα φανερά. Εάν δε υπομείνης εν τη ερήμω, ου μη πεψασθής. Ου γαρ οράς εν αυτή γυναίκα ούτε τι βλάπτον την πολιτείαν σου, ούτε φωνάς απρεπείς ακούεις. Τί σοι και τη οδώ της Αιγύπτου; Ίνα πίης το ύδωρ Γηών»; Νοεί τι σοι λέγω. Δείξον τω εχθρώ την υπομονήν σου και το δοκίμιον σου εν τοις μικροίς, ίνα μη ζήτηση παρά σου τα μεγάλα. Όρος δε έστωσαν σοι τα μικρά ταύτα, ίνα δια τούτων καταβάλης τον αντίπαλον, όπως μη σχολάση και ορύξη σοι παγίδας μεγάλας. Ο γαρ μη πειθόμενος τω εχθρώ, μηδέ πέντε βήματα εξελθείν εκ του ησυχαστηρίου αυτού, πώς πείσαι δύναται εαυτόν εκ της ερήμου εξελθείν ή πλησιάσαι κώμη; Και ο μη καταδεχόμενος παρακύψαι δια θυρίδος εκ του ησυχαστηρίου αυτού, πώς πείσει εαυτόν εξελθείν εξ αυτού; Και ο μόλις εν εσπέρα πειθόμενος μετασχείν τροφής ελαχίστης, πώς προς καιρού εσθίειν υπό των λογισμών αυτού δελεασθήσεται; Και ο εκ των ευτελών ερυθριών εμπλησθήναι, πώς εκ των μεγάλων ορεχθήσεται; Και ο μηδέ προς το ίδιον σώμα πειθόμενος κατιδείν, πώς προς τα αλλότρια κάλλη τούτον δελεάσει περιεργάσασθαι; Δήλον ούν, ότι εξ αρχής εν τοις μικροίς καταφρονών, ηττάται τις, και ούτως αφορμήν παρέχει τω εχθρώ πολεμείν αυτώ εν τοις μεγάλοις. Επεί, ο της πρόσκαιρου ζωής μη ποιούμενος πρόνοιαν του μηδέ προς βραχύ εμμείναι εν αυτή, πώς φοβηθήσεται τας κακώσεις και τας θλίψεις τας προς τον θάνατον τον προσφιλή φερούσας; Ούτος εστίν ο πόλεμος της διακρίσεως, ότι οι σοφοί ου συγχωρούσιν εαυτούς προς τους μεγάλους αγώνας παρασκευάσασθαι αλλ’ η υπομονή, η ενδεικνυμένη εν τοις μικροίς υπ’ αυτών, αύτη εστίν η φυλάττουσα αυτούς του μη πεσείν εις τους μεγάλους κόπους. Πρώτος μεν ούν ο διάβολος την αδιάλειπτον προσοχήν της καρδίας αγωνίζεται καταργήσαι. Ειθ’ ούτω πείθει και τους δεδηλωμένους καιρούς της προσευχής και του κανόνος του σωματικώς γενομένου καταφρονήσαι. Και ούτω πρώτον χαυνούται ο λογισμός, προ του καιρού μετασχείν τροφής, εν τοις ελαχίστοις και μικροίς και ουδαμινοίς, και μετά την πτώσιν της καταλύσεως της εγκράτειας αυτού, διολισθαίνει εις ακρασίαν και ασωτείαν. Και πρώτον μεν ηττάται, μάλλον δε ελάχιστον ηγείται εν οφθαλμοίς αυτού ατενίσαι εις την γύμνωσιν του σώματος αυτού ή εις άλλην τινά καλλονήν των μελών αυτού όταν αποδύηται τα ιμάτια αυτού ή όταν έξέλθη έξω προς την χρείαν του σώματος ή προς ύδωρ και χαυνώση τα αισθητήρια αυτού, ή εισαγάγη την χείρα αυτού θαρσαλέως έσωθεν των ιματίων αυτού και ψηλάφηση το σώμα αυτού και τότε ανακύψουσιν αυτώ αλλά και αλλά. Και ο πρώτην την ασφάλειαν του νοός φυλάσσων και δι’ εν τούτων λυπούμενος, τότε ανοίγει καθ’ εαυτού μεγάλας και χαλεπάς εισόδους. Οι γαρ λογισμοί, ιν’ ως εν υποδείγματι είπω, ως ύδωρ εισί, και όσον συνέχονται πάντοθεν, εν τη ευταξία αυτών πορεύονται, εάν δε εκείθεν μικρόν επί τα έξω εξέλθωσι, κατάλυσιν φραγμού και ερήμωσιν πολλήν κατεργάζονται. Ίσταται γαρ ο εχθρός κατανοών και παρατηρών και εκδεχόμενος νυχθημερώς κατέναντι των οφθαλμών ημών, και περισκοπεί δια ποίας εισόδου των αισθητηρίων ημών ανοιχθείσης αυτώ εισέλθη. Αμελείας δε τίνος εις εν των προρρηθέντων ημίν γενομένης, τότε και αυτός ο δόλιος και αναιδής κύων τα αυτού ημίν εξαποστέλλει βέλη. Και ποτέ μεν αύτη η φύσις αφ’ εαυτής την ανάπαυσιν αγαπά και την παρρησίαν και τον γέλωτα και τον μετεωρισμόν και την ραθυμίαν και γίνεται πηγή των παθών και πέλαγος ταραχής, ποτέ δε ο ενάντιος υποβάλλει ταύτα τη ψυχή. Αλλ’ ημείς αλλάξωμεν λοιπόν τους μεγάλους κόπους ημών εν τοις μικροίς κόποις ημών, ους ηγούμεθα ουδέν. Ει γαρ ούτοι, ως εδείχθη, οι παρ’ ημών καταφρονούμενοι, τοσούτους αγώνας μεγάλους και κόπους δυσκατορθώτους και πάλας συγκεχυμένας και πληγάς μεγίστας αποστρέφουσι, τίς μη σπεύση δια των μικρών τούτων της εισαγωγής κόπων την γλυκείαν ευρείν ανάπαυσιν; Ω σοφία, πόσον θαυμαστή υπάρχεις καί πώς προβλέπεις τα πάντα πόρρωθεν. Μακάριος ο ευρών σε, εκ γαρ της ραθυμίας της νεότητος ηλευθέρωται. Ει τις εμπορεύεται δια μικράς εμπορεύσεως, ήτοι περιποιήσεως την ιατρείαν των μεγάλων παθών, καλώς ποιεί. Και γαρ ποτέ τις των φιλοσόφων, εν χαυνότητι κινηθείς και αισθηθείς, θάττον διωρθώσατο εαυτόν καθήμενος εξαίφνης. Και ιδών αυτόν άλλος, εγέλασε χάριν τούτου. Ο δε απεκρίθη Ου διά τούτο εφοβήθην, άλλ’ εκ της καταφρονήσεως φοβούμαι διότι πολλάκις και η μικρά καταφρόνησις μεγάλων κινδύνων πρόξενος γίνεται. Τω δε παρά τάξιν γενέσθαι και ταχέως διορθώσασθαι εμαυτόν, έδειξα εμαυτόν νήφοντα και το μηδέ ον άξιον φόβου καταφρονούντα. Τούτο γαρ εστί φιλοσοφία, ίνα τις και εν τοις ελαχίστοις και μικροίς, τοις γινομένοις παρ’ αυτού, αεί νήφει. Αναπαύσεις γαρ μεγάλας θησαυρίζει εαυτώ και ούχ υπνοί, ίνα μη συμβή αυτώ τι ενάντιον, αλλά τάς αιτίας κόπτει προ καιρού και δια των ελαχίστων πραγμάτων υποφέρει την μικράν λύπην, εξαφανίζων δι’ αυτής την μεγάλην. Οι δε άφρονες προτιμώσι την μικράν ανάπαυσιν την εγγύς υπέρ την απέχουσαν βασιλείαν, αγνοούντες ότι κρείσσον υπομείναι κολάσεις εν τω αγώνι, υπέρ το αναπαυθήναι εν τη στρώμνη της επιγείου βασιλείας εν κατακρίσει ραθυμίας. Τοις σοφοίς γαρ ποθητός εστίν ο θάνατος υπέρ του μη κατηγορηθήναι, ότι άνευ νήψεως ετέλεσάν τι εν τοις έργοις αυτών. Διό και λέγει ο σοφός «Γενού εγρήγορος και νηφάλιος υπέρ της ζωής σου. Συγγενής γαρ εστίν ο ύπνος της διανοίας, και εικών του αληθινού θανάτου». Ο δε θεοφόρος Βασίλειος φησίν «Όστις είς τα μικρά εαυτού ονκηρός εστί, μη πιστεύσης αυτώ είς τα μεγάλα διαπρέψαι». Υπέρ ων μέλλεις ζην, μη ακηδιάσης, μηδέ οκνήσης υπέρ αυτών αποθανείν. Σημείον γαρ εστί της ακηδίας η μικροψυχία, μήτηρ δε εστί των δύο τούτων η καταφρόνησις. Δειλός άνθρωπος σημαίνει, ότι υπό δύο νόσων νοσεί - λέγω δη υπό φιλοσωματίας και ολιγοπιστίας, η δε φιλοσωματία σημείον εστί της απιστίας. Ο δε τούτων καταφρονών βεβαιούται, ότι τω Θεώ πιστεύει ολοψύχως και τα μέλλοντα εκδέχεται. Εάν τις εκτός κινδύνων και αγώνων και πειρασμών τω Θεώ προσήγγισε, και συ αυτόν μίμησαι. Η ευτολμία της καρδίας και η καταφρόνησις των κινδύνων από ενός των δύο αφορμών τούτων γίνεται, ή εκ της σκληροκαρδίας, ή εκ της πολλής πίστεως της προς τον Θεόν. Και τη μεν σκληροκαρδία ακολουθεί υπερηφανία, τη δε πίστει ταπεινοφροσύνη καρδίας. Ου δύναται άνθρωπος κτήσασθαι ελπίδα προς τον Θεόν, ει μη πρώτον ετελείωσε το θέλημα αυτού κατά μέρος. Η γαρ ελπίς η προς τον Θεόν και η της καρδίας ανδρεία εκ της μαρτυρίας της συνειδήσεως γεννώνται, και δια της αληθινής μαρτυρίας της διανοίας ημών την προς τον Θεόν πεποίθησιν έχομεν. Η μαρτυρία δε της διανοίας γίνεται εν τω μη κατακρίνεσθαι τινά εν μηδενί υπό του συνειδότος, ότι ημέλησεν εις το οφειλόμενον κατά την δύναμιν αυτού. Εάν δε η καρδία ημών μη κατακρίνη ημάς, παρρησίαν προς τον Θεόν εχομεν. Η παρρησία ούν εκ των κατορθωμάτων των αρετών και της καλής συνειδήσεως προσγίνεται. Σκληρόν γούν εστί το δουλεύσαι τω σώματι. Όστις δε ολίγον εκ πολλού αίσθηται της ελπίδος της προς τον Θεόν, ουκ έτι πεισθήσεται κατ’ ανάγκην δουλεύσαι τω σκληρώ τούτω δεσπότη, τω σώματι. Περί της σιωπής και της ησυχίας Το αεί σιωπάν και η φυλακή της ησυχίας εκ των τριών τούτων αιτιών εν τινι γίνονται ή δια την δόξαν των ανθρώπων ή δια την θερμότητα του ζήλου της αρετής ή ότι ομιλίαν τινά θείαν τις έχει εντός εαυτού και η διανοία αυτού έλκεται προς αυτήν. Ει τις γούν μίαν των εσχάτων ουκ έχει, εξ ανάγκης την πρώτην ασθένειαν ασθενεί. Αρετή εστίν, ούχ η φανέρωσις των πολλών και διαφόρων πράξεων, των δια του σώματος επιτελουμένων, αλλ ‘η σοφωτάτη καρδία εν τη ελπίδι αυτής. Συνάπτει γαρ αυτήν τοις κατά Θεόν έργοις ο ορθός σκοπός. Η μεν γαρ διάνοια δύναται χωρίς πράξεων σωματικών επιτελέσαι το αγαθόν, το δε σώμα εκτός της σοφίας της καρδίας, καν εργάσηται, ου δύναται ωφεληθήναι όμως ούχ υποφέρει ο άνθρωπος του Θεού, όταν άδειαν εύρη αγαθοεργίας, εί μη δείξη την αγάπην εν κόπω της εργασίας αυτού προς τον Θεόν. Η μεν πρώτη τάξις πάντοτε κατευοδούται, η δε δευτέρα πολλάκις κατευοδούται, ποτέ δε και ου. Μη νομίσης δε, ότι το πράγμα τούτο μικρόν εστίν, ίνα τις εκ των αίτιων των παθών μακράν απέχη πάντοτε. Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.