Η τεχνολογία είναι, στην ορθόδοξη θεώρηση, καρπός ενός χαρίσματος: ο άνθρωπος πλάστηκε για να «ἐργάζεσθαι καὶ φυλάσσειν» τον κόσμο (Γέν. 2:15), συνεργός του Θεού στην καλλιέργεια της κτίσης. Η εργαλειακή ευφυΐα, η επιστήμη, οι μηχανές δεν είναι καθεαυτές κακό· είναι προέκταση αυτής της κλήσης. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στο εργαλείο, αλλά στη στιγμή που το εργαλείο παύει να είναι μέσο και γίνεται απόλυτο — όταν η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη ή τα ίδια τα κτίσματα παίρνουν τη θέση που ανήκει μόνο στον Θεό. Αυτό ακριβώς εκφράζει ο νεολογισμός «τεχνοείδωλα»: τα είδωλα της τεχνολογικής εποχής.

Η λατρεία του κτίσματος αντί του Κτίστη

Ο Απόστολος Παύλος περιγράφει την ουσία της ειδωλολατρίας με μια φράση που παραμένει διαχρονικά επίκαιρη: οι άνθρωποι «ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα» (Ρωμ. 1:25). Είδωλο δεν είναι μόνο το αρχαίο άγαλμα· είδωλο γίνεται καθετί κτιστό όταν του αποδίδουμε εμπιστοσύνη, ελπίδα και λατρεία που αρμόζουν στον Θεό. Σήμερα τα τεχνοείδωλα δεν έχουν τη μορφή ξοάνων· έχουν τη μορφή της απόλυτης πίστης στην πρόοδο, στα δεδομένα, στους αλγορίθμους — της προσδοκίας ότι η τεχνολογία θα μας δώσει αυτό που μόνο ο Θεός δίνει: σωτηρία, παντογνωσία, αθανασία.

Είναι χαρακτηριστική η υπόσχεση ορισμένων ρευμάτων του «μετα-ανθρωπισμού» για ψηφιακή αθανασία ή για την «αναβάθμιση» του ανθρώπου σε κάτι θεϊκό μέσω της μηχανής. Πρόκειται για μια κίβδηλη ανάσταση — μια απομίμηση της υπόσχεσης του Ευαγγελίου, που όμως αναζητεί την αιωνιότητα στο κτίσμα και όχι στον ζώντα Θεό. Όπως αναπτύσσεται και στο κείμενο «Τεχνητή Νοημοσύνη και Άνθρωπος», η ταύτιση του ανθρώπου με τη διάνοιά του ή με τη μηχανή αποτελεί ήδη μια αλλοίωση της εικόνας του Θεού μέσα μας.

Η διάκριση: χρήση και προσκύνηση

Η Ορθοδοξία διαθέτει ένα ακριβές κριτήριο για να ξεχωρίζει την ευσέβεια από την ειδωλολατρία, δοσμένο από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Διδάσκοντας για τις ιερές εικόνες, η Σύνοδος όρισε ότι σε αυτές αποδίδουμε «τιμητικὴν προσκύνησιν, οὐ μὴν τὴν ἀληθινὴν λατρείαν, ἣ πρέπει μόνῃ τῇ θείᾳ φύσει». Και ο Μέγας Βασίλειος είχε δώσει τον κανόνα: «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει». Η εικόνα είναι αγία ακριβώς επειδή δεν κρατά την τιμή για τον εαυτό της, αλλά την παραπέμπει στον εικονιζόμενο. Το είδωλο, αντίθετα, απορροφά τη λατρεία στο ίδιο το κτίσμα.

Η ίδια διάκριση φωτίζει τη σχέση μας με την τεχνολογία. Όσο παραμένει αναφορική — μέσο που υπηρετεί τον άνθρωπο και, μέσω αυτού, δοξάζει τον Θεό — είναι ευλογημένη. Όταν γίνεται τελική, όταν της δίνουμε την καρδιά μας και την εμπιστοσύνη μας ως σε κάτι παντοδύναμο, μεταβάλλεται σε είδωλο.

Ο άνθρωπος, εικόνα Θεού και όχι των μηχανών

Ο πειρασμός της εποχής μας είναι διπλός: είτε να θεοποιήσουμε τις μηχανές, είτε να αναπλάσουμε τον εαυτό μας κατ’ εικόνα τους. Και τα δύο αντιστρέφουν την τάξη της δημιουργίας, όπου ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα» Θεού (Γέν. 1:27), και η κτίση του δόθηκε ως δώρο και ως διακονία. Η απάντηση της Ορθοδοξίας δεν είναι ο φόβος ή η άρνηση της τεχνολογίας, αλλά η νήψη — η εγρήγορση της καρδιάς που χρησιμοποιεί τα κτίσματα χωρίς να τα λατρεύει, όπως υπενθυμίζει και ο προβληματισμός για τη θρησκευτική έκφραση και τη χρήση του διαδικτύου. Κάθε δημιούργημα, και η ίδια η τεχνολογία μας, είναι καλό όταν προσφέρεται με ευχαριστία στον Δημιουργό· γίνεται είδωλο μόνο όταν στέκεται στη θέση Του.