Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 680-681 στην Κωνσταντινούπολη με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ’. Συνήλθαν περίπου 170 πατέρες, οι οποίοι συνεδρίασαν στη θολωτή αίθουσα των ανακτόρων για να αντιμετωπίσουν την τελευταία μεγάλη χριστολογική αίρεση της αρχαίας Εκκλησίας.

Η αιτία της συγκλήσεως

Στην προσπάθεια να συμφιλιωθούν οι μονοφυσίτες με την Εκκλησία, είχε προωθηθεί ο μονοθελητισμός: η διδασκαλία ότι ο Χριστός, αν και έχει δύο φύσεις, έχει μία μόνη θέληση και ενέργεια. Την πλάνη αυτή αντέκρουσε σθεναρά ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος μαρτύρησε γι’ αυτήν το 662, διδάσκοντας ότι η αληθινή ανθρωπότητα του Χριστού προϋποθέτει και ανθρώπινη θέληση.

Το έργο της Συνόδου

Η Σύνοδος καταδίκασε τον μονοθελητισμό και τον μονοενεργητισμό, και διακήρυξε ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φυσικές θελήσεις και δύο φυσικές ενέργειες, χωρίς διαίρεση και χωρίς σύγχυση, με την ανθρώπινη θέληση να υποτάσσεται εκουσίως στη θεία. Επικυρώθηκε η ομολογία του Αγίου Μαξίμου και η επιστολή του πάπα Αγάθωνος, ενώ καταδικάστηκαν οι πρωτεργάτες της αιρέσεως, μεταξύ των οποίων οι πατριάρχες Σέργιος και Πύρρος και ο πάπας Ονώριος.

Η ιστορική σημασία

Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος ολοκλήρωσε τις χριστολογικές διατυπώσεις που είχαν ξεκινήσει στη Χαλκηδόνα: η τελειότητα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού περιλαμβάνει και ανθρώπινη θέληση, ελεύθερη αλλά αναμάρτητη. Η Σύνοδος δεν εξέδωσε ιερούς κανόνες· αυτοί συμπληρώθηκαν λίγα χρόνια αργότερα από την Πενθέκτη Σύνοδο του 692, η οποία συγκλήθηκε ως συνέχεια της πέμπτης και της έκτης Οικουμενικής Συνόδου.