Η ορθόδοξη εικόνα δεν ζητάει να τη θαυμάσουμε· ζητάει να τη διαβάσουμε. Κάθε στοιχείο της —η προοπτική, το φως, τα χρώματα, οι επιγραφές, οι στάσεις— είναι θεολογική γλώσσα. Ο εικονογράφος δεν προσπαθεί να μιμηθεί τη φύση όπως τη βλέπει το φυσικό μάτι, αλλά να φανερώσει τη μεταμορφωμένη, αγιασμένη πραγματικότητα της Βασιλείας. Να μερικά «κλειδιά» ανάγνωσης.

Η ανάστροφη προοπτική

Στη δυτική ζωγραφική οι γραμμές συγκλίνουν σε ένα «σημείο φυγής» στο βάθος, και το μάτι «μπαίνει» μέσα στον πίνακα. Στην εικόνα συμβαίνει το αντίθετο: οι γραμμές ανοίγουν προς τον θεατή. Το σημείο φυγής βρίσκεται μπροστά, στον άνθρωπο που προσεύχεται — η εικόνα δεν μας τραβά σε έναν φανταστικό χώρο, αλλά έρχεται προς το μέρος μας και μας περιλαμβάνει στο γεγονός που εικονίζει.

Το χρυσό βάθος και η απουσία σκιών

Ο χρυσός που περιβάλλει τις μορφές δεν είναι ουρανός ούτε τόπος· είναι το άκτιστο φως, η αιωνιότητα, η ίδια η Βασιλεία. Οι άγιοι δεν στέκονται μπροστά σε ένα φόντο, αλλά μέσα στο θείο φως. Γι’ αυτό και δεν ρίχνουν σκιά: το φως δεν πέφτει επάνω τους από μια εξωτερική πηγή, αλλά πηγάζει από μέσα τους — από το θεωμένο, μεταμορφωμένο σώμα.

Οι επιγραφές

Καμία εικόνα δεν είναι ανώνυμη· το όνομα την κάνει αυτό που είναι. Στις εικόνες του Χριστού διαβάζουμε το ΙΣ ΧΣ (Ιησούς Χριστός) και, μέσα στον σταυρωτό φωτοστέφανο, τα γράμματα Ο ѠΝ — «ὁ Ὤν», το όνομα που ο Θεός αποκάλυψε στον Μωυσή (Έξ. 3:14). Στις εικόνες της Παναγίας τα ΜΡ ΘΥ (Μήτηρ Θεού) ομολογούν ότι ο εικονιζόμενος βρέφος είναι ο Θεός. Η επιγραφή είναι θεολογική ταυτότητα, όχι λεζάντα.

Οι χειρονομίες και οι μορφές

Το δεξί χέρι του Χριστού ευλογεί· το αριστερό κρατεί το Ευαγγέλιο, ανοιχτό ή κλειστό. Οι μορφές είναι συνήθως μετωπικές, στραμμένες προς εμάς, σε σχέση κοινωνίας. Τα μάτια και τα αυτιά είναι μεγάλα, το στόμα μικρό: το αγιασμένο σώμα είναι όλο προσοχή προς τον Θεό και ολιγομίλητο. Η ίδια η αναλογία του σώματος, συχνά επιμηκυμένη, δηλώνει ότι δεν πρόκειται για κοινό άνθρωπο, αλλά για άνθρωπο μεταμορφωμένο εν Χριστώ.

Τα χρώματα

Και το χρώμα είναι λόγος: ο χρυσός είναι το φως· το βαθύ μπλε το ουράνιο και θείο· το κόκκινο και η πορφύρα η βασιλεία, η θεότητα ή το μαρτύριο. Στον Χριστό συχνά ο μπλε χιτώνας καλύπτεται από κόκκινο ιμάτιο, ενώ στην Παναγία το κόκκινο μαφόριο σκεπάζει το μπλε — η θεότητα που ντύνεται την ανθρωπότητα και, αντίστροφα, η ανθρωπότητα που προσέλαβε ο Θεός. Την πληρέστερη ανάλυση θα τη βρείτε στη σημειολογία των χρωμάτων.

Με αυτά τα κλειδιά, η εικόνα παύει να είναι «θρησκευτικός πίνακας» και γίνεται αυτό που πραγματικά είναι: θεολογία διὰ χρωμάτων, ένα παράθυρο όχι προς τον κόσμο τούτο, αλλά προς τη Βασιλεία.

Σχετικά: ο κανόνας της εικονογραφίας · οι μεγάλες εικόνες της Ορθοδοξίας.