Η θλίψη είναι αναπόφευκτο στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας. Ωστόσο η πατερική παράδοση δεν την αντιμετωπίζει μονοδιάστατα. Ο απόστολος Παύλος θέτει τη θεμελιώδη διάκριση: «ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται, ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται» (Β΄ Κορ. 7,10). Η κρισιμότερη διαφορά δεν είναι ποσοτική αλλά ποιοτική: άλλη είναι η λύπη που οδηγεί στη μετάνοια και τη ζωή, και άλλη εκείνη που βυθίζει στην απόγνωση. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε πώς οι Πατέρες διέκριναν τα αίτια της μελαγχολίας, πώς κατανόησαν την κατάθλιψη, και ποια είναι η ορθή ποιμαντική αντιμετώπιση.

Η διπλή λύπη: κατά Θεόν και του κόσμου

Η αποστολική ρήση δεν εξισώνει κάθε θλίψη. Η «κατὰ Θεὸν λύπη» είναι εκείνη που γεννιέται από τη συναίσθηση της αμαρτίας και της απομάκρυνσης από τον Θεό· δεν οδηγεί στην απελπισία, αλλά στη μετάνοια, δηλαδή στην ελπίδα της αλλαγής και της συγχώρησης. Είναι λύπη που φέρει μέσα της την ανάσταση. Αντίθετα, η «τοῦ κόσμου λύπη» συνδέεται με τη ματαίωση, την απώλεια, την απογοήτευση από τα εγκόσμια, και καταλήγει σε πνευματικό θάνατο, διότι στερείται ελπίδας. Η πατερική παράδοση δεν περιφρονεί τη θλίψη, αλλά τη διακρίνει. Η ίδια συναισθηματική κατάσταση μπορεί να έχει εντελώς διαφορετική πνευματική κατεύθυνση ανάλογα με το τι την προκαλεί και πού οδηγεί.

Τα τρία αίτια της μελαγχολίας

Σύμφωνα με την πατερική παράδοση, η μελαγχολία μπορεί να έχει τρεις κατηγορίες αιτίων, οι οποίες δεν αλληλοαποκλείονται και χρειάζονται διάκριση. Πρώτον, σωματικά αίτια: η αρχαία ιατρική μιλούσε για την κράση και τους χυμούς του σώματος, και η ίδια η λέξη «μελαγχολία» προέρχεται από τη «μέλαινα χολή». Αυτό σημαίνει ότι μια οργανική ή βιολογική βάση της θλίψης ήταν γνωστή από την αρχαιότητα και δεν θεωρούνταν πνευματική αποτυχία. Δεύτερον, δαιμονική επήρεια: σε ορισμένες περιπτώσεις οι Πατέρες αναγνώριζαν ότι η επίμονη αθυμία μπορεί να ενισχύεται από τον πονηρό. Τρίτον, προαιρετικά και ψυχολογικά αίτια: φιλαυτία, ματαιωμένη επιθυμία, μνησικακία, υπερηφάνεια, ενοχή. Αυτά τα αίτια δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα· γι’ αυτό απαιτείται διάκριση, δηλαδή πνευματική ωριμότητα και πείρα, ώστε να μη συγχέονται η ασθένεια, η δαιμονική πίεση και η προσωπική ευθύνη.

Η λύπη ως πάθος στον Ευάγριο Ποντικό

Ο Ευάγριος Ποντικός, στη σειρά των οκτώ λογισμών, κατατάσσει τη λύπη ως ξεχωριστό πάθος, διακριτό από την ακηδία. Η σειρά έχει ως εξής: γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια. Η λύπη συνδέεται κατά τον Ευάγριο με τη ματαιωμένη επιθυμία: όταν ο άνθρωπος επιθυμεί κάτι και δεν το αποκτά, γεννιέται θλίψη. Αυτή η παρατήρηση αποκαλύπτει την ψυχολογική οξυδέρκεια της ασκητικής γραμματείας, η οποία δεν βλέπει τη θλίψη απλώς ως ηθικό παράπτωμα, αλλά ως ψυχική κίνηση με συγκεκριμένες αιτίες. Είναι σημαντικό ότι η λύπη διαχωρίζεται από την ακηδία, που είναι άλλη κατάσταση (η πνευματική ακηδία της ρουτίνας, για την οποία υπάρχει χωριστό άρθρο). Αυτή η διάκριση βοηθά στην αποφυγή συγχύσεων κατά την ποιμαντική πράξη.

Η ιατρική ως δώρο Θεού

Το ισχυρότερο βιβλικό επιχείρημα υπέρ της ιατρικής φροντίδας βρίσκεται στη Σοφία Σειράχ 38,1-15. Είναι το μόνο σημείο της Γραφής που περιέχει ρητό εγκώμιο του ιατρού, και μάλιστα αντιστρατεύεται ρητά την ιδέα ότι η αρρώστια θεραπεύεται μόνο με μετάνοια. Η υγεία του σώματος και της ψυχής δεν αντιμετωπίζεται ως ζήτημα αποκλειστικά πνευματικής άσκησης· ο Θεός έδωσε την ιατρική τέχνη στους ανθρώπους. Στους «Ὅρους κατὰ πλάτος», ένα σύνολο 55 κεφαλαίων, ο Μέγας Βασίλειος αναγνωρίζει ρητά τη νομιμότητα της ιατρικής τέχνης. Η πατερική αυτή θέση έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατάθλιψη: αν η μελαγχολία έχει σωματικά αίτια, τότε η ιατρική παρέμβαση δεν είναι αντίθετη προς την πίστη, αλλά συνεργός του θελήματος του Θεού. Στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, ο Jean-Claude Larchet, στα έργα του Thérapeutique des maladies spirituelles (1991) και Thérapeutique des maladies mentales (1992), αναδεικνύει τη συνέχεια αυτής της παράδοσης, σύμφωνα με την οποία η θεραπεία της ψυχής δεν αποκλείει τη θεραπεία του σώματος.

Ο Χρυσόστομος και ο πάσχων Σταγείριος

Το κεντρικό ποιμαντικό κείμενο του θέματος είναι ο «Λόγος παραινετικὸς πρὸς Σταγείριον ἀσκητὴν δαιμονῶντα» (PG 47, 423-493) του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Γράφτηκε για έναν μοναχό σε παρατεταμένη αθυμία, την οποία η εποχή απέδιδε εν μέρει σε δαιμονική επήρεια. Ο Χρυσόστομος δεν επιπλήττει τον πάσχοντα ούτε τον κατηγορεί για έλλειψη πίστεως· αντίθετα, τον αντιμετωπίζει με πολλή συγκατάβαση, τον παρηγορεί και τον στηρίζει. Η ύπαρξη αυτού του λόγου δείχνει ότι η Εκκλησία από νωρίς αναγνώριζε την αθυμία ως κατάσταση που χρήζει ποιμαντικής φροντίδας, όχι καταδίκης. Ακόμη και όταν η εποχή θεωρούσε ότι η αιτία μπορεί να είναι δαιμονική, η ποιμαντική απάντηση δεν ήταν η επίπληξη αλλά η συνοδοιπορία και η ελπίδα. Αυτό το υπόδειγμα παραμένει επίκαιρο για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης.

Το ποιμαντικό σφάλμα και η ορθή στάση

Ένα σύνηθες ποιμαντικό σφάλμα είναι να λέγεται στον καταθλιπτικό «προσευχήσου περισσότερο». Η φράση αυτή, όσο καλοπροαίρετη και αν είναι, παραγνωρίζει ότι η κατάθλιψη είναι ασθένεια και όχι αμαρτία. Δεν θεραπεύεται με μια απλή προτροπή για περισσότερη προσευχή, όπως δεν θεραπεύεται ούτε ένα σπασμένο πόδι με την ίδια συμβουλή. Τα φάρμακα και ο ψυχίατρος δεν αντιστρατεύονται την πίστη· είναι μέσα που ο Θεός επιτρέπει για την αποκατάσταση της υγείας. Η ορθή ποιμαντική στάση περιλαμβάνει υπομονή, συνοδοιπορία, εξομολόγηση χωρίς ενοχοποίηση, Θεία Κοινωνία, και παράλληλη ιατρική και ψυχιατρική φροντίδα. Ο πνευματικός και ο ιατρός δεν είναι αντίπαλοι αλλά συνεργάτες στη διακονία του πάσχοντος ανθρώπου. Η διάκριση των αιτίων βοηθά να μην αποδίδονται όλα στην προαίρεση, ούτε όλα στη βιολογία· η ποιμαντική φροντίδα αγκαλιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο.

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Η παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζει και το θετικό αντίστοιχο της λύπης: το «χαροποιὸν πένθος», όπως το περιγράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον Λόγο Ζ΄ «Περὶ τοῦ χαροποιοῦ πένθους». Το θέμα αυτό έχει ήδη αναπτυχθεί σε χωριστό άρθρο· εδώ αρκεί να σημειώσουμε ότι η πνευματική λύπη δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός, αλλά οδός προς τη χαρά της μετανοίας. Για τον καταθλιπτικό αδελφό, η Εκκλησία καλείται να είναι θεραπευτική κοινότητα: όχι δικαστήριο που επιπλήττει, αλλά νοσοκομείο που υποδέχεται, συνοδεύει και ελπίζει. Η ελπίδα αυτή δεν βασίζεται σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά στον Χριστό που έλαβε επάνω Του τις θλίψεις μας και υποσχέθηκε ανάπαυση στους κοπιώντες. Η κατάθλιψη δεν είναι ντροπή· είναι σταυρός, και όπως κάθε σταυρός, χρειάζεται συνοδοιπόρο. Η Εκκλησία, με τη χάρη του Θεού, μπορεί να σταθεί δίπλα στον πάσχοντα με αγάπη, υπομονή και διάκριση.