Λίγες λέξεις της Καινής Διαθήκης συμπυκνώνουν τόση ιστορία, λατρεία και θεολογία όσο η αραμαϊκή φράση «Μαράν αθά». Ο απόστολος Παύλος την καταγράφει αμετάφραστη, σχεδόν ως κραυγή της πρώτης κοινότητας, και από εκεί ταξιδεύει ως τη λειτουργική παράδοση της Διδαχής. Το μικρό αυτό γλωσσικό απολίθωμα δεν είναι απλώς μια αρχαία προσευχή· είναι ένα παράθυρο στην πίστη της αρχαιότατης Εκκλησίας για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Μια αμετάφραστη αραμαϊκή φράση στην καρδιά της ελληνικής επιστολής
Η μοναδική εμφάνιση της φράσης στην Καινή Διαθήκη βρίσκεται στο τέλος της Α΄ προς Κορινθίους. Αμέσως μετά το «εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον, ἤτω ἀνάθεμα», ο Παύλος προσθέτει: «μαράνα θά» ή «μαράν ἀθά» (Α΄ Κορ. 16,22). Δεν τη μεταφράζει, ούτε την επεξηγεί. Την αφήνει να σταθεί ως κάτι ήδη γνωστό στην κοινότητα της Κορίνθου, παρότι πρόκειται για ελληνόφωνη, μεικτή εκκλησία.
Τα χειρόγραφα σώζουν τη φράση ως ενιαία, αδιαίρετη μεταγραφή, με ποικίλλουσα ορθογραφία (μαρανα θα / μαραν αθα). Αυτό σημαίνει ότι η διαίρεση των δύο αραμαϊκών λέξεων δεν ανακτάται από το ελληνικό κείμενο, αλλά ανασυγκροτείται από την αραμαϊκή γραμματική. Η ασάφεια της μεταγραφής είναι μέρος του προβλήματος, όχι λεπτομέρεια. Το γεγονός ότι μια αραμαϊκή φράση επιβιώνει μέσα σε ελληνική επιστολή δηλώνει ότι ήταν ήδη φορητός λειτουργικός τύπος, όχι επινόηση του Παύλου. Είναι ένα απολίθωμα από την αρχαιότατη αραμαιόφωνη λατρεία.
Οι δύο αναγνώσεις: αίτημα ή ομολογία
Από γραμματική άποψη, η φράση μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Στην πρώτη ανάγνωση, māranā thā, έχουμε το «Κύριέ μας» (με κτητικό επίθημα α΄ πληθυντικού) και την προστακτική «ἔρχου!». Πρόκειται, δηλαδή, για δέηση: η κοινότητα καλεί τον Ιησού να έλθει. Στη δεύτερη ανάγνωση, māran athā, έχουμε και πάλι «ὁ Κύριός μας», αλλά το δεύτερο μέρος είναι παρακείμενος: «ἦλθε». Τότε η φράση λειτουργεί ως διαπίστωση ή ομολογία ότι ο Κύριος έχει ήδη έλθει.
Η ελληνική μεταγραφή δεν μπορεί να αποφασίσει ανάμεσα στις δύο εκδοχές. Και οι δύο είναι γραμματικά δυνατές. Αυτό που αλλάζει είναι το θεολογικό βάρος: προσευχή αναμονής ή ομολογία εκπληρωμένης παρουσίας. Η αμφισημία, όμως, δεν είναι αδυναμία· μαρτυρεί ότι η πρώτη Εκκλησία ζούσε ταυτόχρονα και τις δύο αλήθειες.
Η επικρατέστερη ερμηνεία: «Κύριέ μας, ἔρχου!»
Η σύγχρονη έρευνα, στο σύνολό της, προκρίνει την προστακτική ανάγνωση. Δεν πρόκειται για ομόφωνη βεβαιότητα, αλλά για επικρατέστερη θέση. Δύο κυρίως λόγοι συνηγορούν υπέρ της. Πρώτον, η λειτουργική παράλληλη δέηση στην Αποκάλυψη: «Ναί, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22,20). Εκεί έχουμε την ελληνική «μετάφραση» της ίδιας λειτουργικής επιθυμίας, συνέχεια μιας προσευχής σε δύο γλώσσες μέσα στην ίδια πρώτη γενιά. Δεύτερον, το άμεσο συμφραστικό «ἀμήν» στη Διδαχή, όπως θα δούμε, ταιριάζει φυσικότερα σε επισφράγιση αιτήματος παρά διαπιστώσεως.
Υπάρχει, ωστόσο, μειοψηφία μελετητών που υποστηρίζει ακόμη την ανάγνωση «ἦλθε». Η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Η προστακτική ανάγνωση, πάντως, δεν μειώνει τη χριστολογική σημασία· αντίθετα, δείχνει ότι η κοινότητα επικαλείται τον Ιησού ως τον ερχόμενο Κύριο, κάτι που προϋποθέτει ήδη την πίστη στην εξουσία του.
Η μειοψηφική ερμηνεία: «ὁ Κύριός μας ἦλθε»
Η δεύτερη ανάγνωση, māran athā, κατανοεί τη φράση ως ομολογία: «ὁ Κύριός μας ἦλθε». Εδώ δεν υπάρχει αίτημα, αλλά διακήρυξη. Η κοινότητα ομολογεί ότι ο Ιησούς, τον οποίο αποκαλεί «Κύριό μας», έχει ήδη έλθει με τη σάρκωση, το έργο και το πάθος του. Η φράση θα ήταν τότε ένα είδος πρώιμου δογματικού επιφωνήματος.
Αν και η ανάγνωση αυτή είναι σήμερα μειοψηφική, δεν πρέπει να απορριφθεί βιαστικά. Αναδεικνύει κάτι ουσιώδες: η Εκκλησία δεν περιμένει έναν άγνωστο ή απλώς μελλοντικό σωτήρα. Περιμένει εκείνον που ήδη ήλθε, που είναι ήδη «Κύριός μας». Ακόμη κι αν το ρήμα είναι προστακτική, το ουσιαστικό «Κύριος» με το κτητικό επίθημα δηλώνει μια ήδη υπάρχουσα, ζώσα σχέση.
Η λειτουργική θέση στη Διδαχή
Η Διδαχή, ένα εκκλησιαστικό κείμενο που χρονολογείται από τα τέλη του 1ου έως τα μέσα του 2ου αιώνα (χωρίς να είναι αποστολικής συγγραφής), διασώζει τη φράση σε ευχαριστιακό πλαίσιο. Στο κεφάλαιο 10,6, μετά την ευχή που ακολουθεί τη Θεία Κοινωνία, διαβάζουμε: «εἴ τις ἅγιός ἐστιν, ἐρχέσθω· εἴ τις οὐκ ἔστι, μετανοείτω» και αμέσως μετά «μαρὰν ἀθά», πριν από το τελικό «ἀμήν». Η φράση δεν βρίσκεται, λοιπόν, σε μια απλή επιστολή, αλλά στη λειτουργική σύναξη, ως γέφυρα ανάμεσα στη φύλαξη της Τραπέζης και την εσχατολογική σφράγιση της ευχαριστιακής κοινότητας.
Το «ἀμήν» που ακολουθεί επιβεβαιώνει ότι η φράση λειτουργεί ως επισφράγιση αιτήματος. Η κοινότητα, έχοντας μόλις κοινωνήσει, κράζει στον ερχόμενο Κύριο. Η θέση αυτή αποκαλύπτει ότι η πρώτη Εκκλησία ζούσε τη Θεία Ευχαριστία ως πρόγευση της τελικής παρουσίας, και αμέσως μετά τη μετοχή της, εξέφραζε τη λαχτάρα για την πλήρη έλευση.
Μαρτυρία πρώιμης χριστολογίας
Η σημασία της φράσης ξεπερνά τη φιλολογική περιέργεια. Μελετητές της λεγόμενης «πρώιμης υψηλής χριστολογίας», όπως ο L. Hurtado (στο έργο του «Lord Jesus Christ», 2003), ο R. Bauckham και ο M. Hengel, επικαλούνται το «Μαράν αθά» ως τεκμήριο ότι η αρχικότατη αραμαιόφωνη ιουδαιοχριστιανική κοινότητα, πριν από τον Παύλο, στην Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία, επικαλούνταν ήδη λατρευτικά τον Ιησού με τίτλο κυριότητας. Αυτή η διαπίστωση αμφισβητεί εκτενώς τη θέση του W. Bousset («Kyrios Christos», 1913), ο οποίος υποστήριζε ότι η λατρεία του Ιησού ως «Κυρίου» ήταν μεταγενέστερη ελληνιστική και εθνικοχριστιανική εξέλιξη. Η συζήτηση συνεχίζεται· η θέση του Bousset δεν έχει διαψευσθεί πλήρως, αλλά έχει κλονιστεί σοβαρά από ακριβώς τέτοια αρχαία γλωσσικά τεκμήρια.
Η μελέτη του J. A. Fitzmyer («New Testament Kyrios and Maranatha and Their Aramaic Background», στο «To Advance the Gospel», 2η έκδ. 1998) ανέδειξε το αραμαϊκό υπόβαθρο του τίτλου «Κύριος» και της ίδιας της φράσης. Το γεγονός ότι η προσευχή διασώθηκε στα αραμαϊκά, ενώ η υπόλοιπη επιστολή είναι ελληνικά, δείχνει ότι πρόκειται για αρχέγονο, προπαύλειο λειτουργικό τύπο. Η πρώτη κοινότητα, μέσα στον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό της, απευθυνόταν στον Ιησού με τον τίτλο που στην Παλαιά Διαθήκη ανήκει στον Θεό. Αυτό είναι μια από τις αρχαιότερες μαρτυρίες χριστολογίας.
Ἀντὶ ἐπιλόγου: προσευχή πόθου, όχι φόβου
Συχνά το «Μαράν αθά» διαβάζεται δίπλα στο «ἀνάθεμα» της Α΄ Κορ. 16,22 και συνδέεται με απειλή. Όμως η φράση καθαυτή δεν είναι κατάρα· είναι προσευχή πόθου. Η κοινότητα δεν τρέμει τον ερχόμενο Κριτή ως άγνωστο, αλλά καλεί τον αγαπημένο της Κύριο. Το «Κύριέ μας, ἔρχου» είναι η φωνή της νύμφης που προσμένει τον Νυμφίο.
Η Θεία Λειτουργία σήμερα ενεργοποιεί την ίδια στάση του «ήδη και όχι ακόμη». Στη Θεία Κοινωνία γευόμαστε ήδη την παρουσία του Κυρίου, ως πρόγευση ακριβώς εκείνης της παρουσίας που επικαλείται η φράση. Κάθε φορά που λέμε «ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ», δεν εκφράζουμε φόβο, αλλά λαχτάρα. Και αυτή η λαχτάρα είναι η πιο αυθεντική στάση της Εκκλησίας, από την πρώτη αραμαιόφωνη σύναξη μέχρι σήμερα.