Ἦταν ἄνθρωπος ριζωμένος σὲ δύο κόσμους καὶ ταυτόχρονα ξεριζωμένος καὶ ἀπὸ τοὺς δύο. Γεννημένος τὸ 1895 στὶς Κυδωνίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας — στὸ Ἀϊβαλὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε γαλουχηθεῖ ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση ἐπὶ αἰῶνες — ὁ Φώτης Κόντογλου κουβαλοῦσε μέσα του τὴν πνοὴ τοῦ Αἰγαίου, τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδας τῶν προγόνων καὶ τὸ βάθος τῆς ὀρθόδοξης λατρευτικῆς ζωῆς. Ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ τοῦ 1922 ἔσβησε ἐκεῖνον τὸν κόσμο. Ὁ Κόντογλου κατέφυγε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου θὰ ἀφιέρωνε ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του — μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 1965 — στὸ νὰ συνεχίσει ὡς ζωγράφος καὶ συγγραφέας τὴν παράδοση ποὺ εἶχε χάσει τὴν πατρίδα της ἀλλὰ ὄχι τὴν ψυχή της.
Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ κλήση του
Ἡ τέχνη γιὰ τὸν Κόντογλου δὲν ἦταν ποτὲ μόνον αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἦταν κλήση, μαρτυρία, σταυρός. Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια — μέρος τῶν ὁποίων πέρασε ταξιδεύοντας καὶ βλέποντας ἀπὸ κοντὰ τί εἶχε γίνει ἡ χριστιανικὴ ζωγραφικὴ στὴ Δύση — συνέλαβε μὲ σαφήνεια τὸ πρόβλημα: ἡ δυτικὴ ἀναγεννησιακὴ ἀντίληψη τῆς «θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς» εἶχε εἰσβάλει στοὺς ὀρθόδοξους ναούς, συχνὰ μὲ τὶς εὐλογίες ὅσων δὲν εἶχαν διάκριση νὰ ξεχωρίσουν τὸ αἰσθητικὸ ἀπὸ τὸ λειτουργικό. Τοιχογραφίες ποὺ μιμοῦνταν τὴν νατουραλιστικὴ ὀπτικὴ τῆς Δύσης, εἰκόνες «Ναζαρηνοῦ» τύπου ποὺ ἀπέδιδαν τοὺς Ἁγίους μὲ ρομαντικὴ συναισθηματικότητα — ὅλα αὐτὰ εἶχαν ἀντικαταστήσει σὲ πολλὰ μέρη τὴν εἰκόνα ποὺ διαμόρφωσε ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ αἰῶνες λατρείας, ἀσκήσεως καὶ θεολογικῆς νήψεως.
Ἡ εἰκόνα ὡς θεολογία
Ὁ Κόντογλου κατάλαβε — καὶ ἀγωνίστηκε νὰ κάνει ἄλλους νὰ καταλάβουν — ὅτι ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα δὲν εἶναι ζωγραφιὰ ἑνὸς ἱεροῦ θέματος. Εἶναι θεολογία γραμμένη μὲ χρώματα. Κάθε χαρακτηριστικό της — ἡ χρυσὴ βάση ποὺ δηλώνει τὸ ἄκτιστο φῶς, τὰ ἐπίπεδα καὶ σχηματοποιημένα πρόσωπα ποὺ ὑποδηλώνουν τὴν μεταμόρφωση τῆς σαρκός, ἡ ἀπουσία τυχαίων σκιῶν ποὺ παραπέμπει σὲ μία ὕπαρξη ὑπεράνω τοῦ χρόνου καὶ τῆς φθορᾶς — ἔχει λόγο νὰ εἶναι ἐκεῖ. Αὐτὴ ἡ «γλώσσα» διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καθὼς αὐτὴ σκεφτόταν θεολογικὰ περὶ εἰκόνων, ὅπως τὸ ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στοὺς Λόγους περὶ τῶν Εἰκόνων. Ἐκεῖ θεμελιώνεται ἡ βεβαιότης ὅτι ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι εἰδωλολατρεία ἀλλὰ μαρτυρία τῆς Ἐνσαρκώσεως· ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε σάρκα, ἄρα εἶναι ἀπεικονίσιμος, καὶ ἡ εἰκόνα Του εἶναι ἐκκλησιαστικὴ πράξη πίστεως, ὄχι καλλιτεχνικὴ ἐπιλογή. Τὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου ἦταν ἡ ἔμπρακτη ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς θεολογίας, μεταφρασμένης ξανὰ σὲ χρῶμα καὶ γραμμή.
Ὁ ζωγράφος καὶ τὸ ἔργο του
Ὡς εἰκονογράφος καὶ τοιχογράφος, ὁ Κόντογλου ἀγωνίστηκε νὰ ἐπαναφέρει τὴν αὐθεντικὴ βυζαντινὴ τεχνικὴ στὴν πράξη: τὴν αὐγοτέμπερα, τὶς ὦχρες καὶ τὶς γαῖες τῶν παλαιῶν ζωγράφων, τοὺς κανόνες συνθέσεως ποὺ εἶχε ἀναπτύξει ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἑρμηνείας τῆς ζωγραφικῆς. Εἶχε μελετήσει βυζαντινὰ πρωτότυπα μὲ ἐπιμέλεια, εἶχε ζήσει κοντὰ στὴν εἰκόνα ἀπὸ παιδί, καὶ γνώριζε ἐκ τῶν ἔσω ποιά εἶναι ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ μία εἰκόνα-λατρεία καὶ σὲ ἕναν πίνακα-διακόσμηση. Ζωγράφισε σὲ ναοὺς τῆς Ἑλλάδας καὶ σὲ δημόσιους χώρους, ἄφησε ἐκκλησιαστικὲς τοιχογραφίες ποὺ ἀποτελοῦν ζῶσα συνέχεια τῆς παλαιᾶς παραδόσεως. Δὲν ἦταν ἀντιγραφέας· ἦταν κληρονόμος — κάποιος ποὺ κατανόησε τὴν γλώσσα τόσο βαθιά, ὥστε νὰ τὴ μιλᾷ ζωντανά.
Παράλληλα, ἔγραψε — δοκίμια, μελέτες, κείμενα μαρτυρίας — μὲ ἕναν λόγο ποὺ συνδύαζε τὴν ὀρθόδοξη ἐπίγνωση μὲ τὴν ἀγωνιστικὴ ὁμολογία. Τὸ πιὸ γνωστό του θεωρητικὸ ἔργο γιὰ τὴν εἰκονογραφία — στὸ ὁποῖο ἀναπτύσσει τόσο τὴν ἱστορία ὅσο καὶ τὴν πνευματικὴ ἀρχὴ τῆς βυζαντινῆς τέχνης — παρέμεινε γιὰ δεκαετίες πηγὴ ἀναφορᾶς γιὰ ὅσους ἤθελαν νὰ καταλάβουν τί εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ πῶς φτιάχνεται. Γιὰ τὴν εἰκονογραφικὴ παράδοση ποὺ ὑπηρέτησε, χρήσιμη εἶναι ἡ ἑνότητα Εἰκονογραφία αὐτοῦ τοῦ ἱστοτόπου.
Ἡ γενεὰ ποὺ ἐμπνεύστηκε
Τὸ βαθύτερο ἀποτύπωμα τοῦ Κόντογλου δὲν εἶναι μόνον τὰ ἔργα του, ἀλλὰ ἡ γενεὰ εἰκονογράφων ποὺ ἐμπνεύστηκε καὶ ἐκπαιδεύτηκε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροή του. Γύρω του συγκεντρώθηκαν νέοι ζωγράφοι ποὺ ἔμαθαν νὰ βλέπουν τὴν εἰκόνα μὲ ὀρθόδοξα μάτια, νὰ ἀποφεύγουν τὴν παγίδα τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθηματισμοῦ, νὰ τηροῦν τοὺς κανόνες ὄχι ὡς γράμμα νεκρό, ἀλλὰ ὡς ζῶσα ἐκκλησιαστικὴ σύνεση. Ἡ ἀναβίωση τῆς βυζαντινῆς τέχνης στὴν Ἑλλάδα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα χωρὶς τὸν Κόντογλου εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθεῖ.
Ἡ σημασία του σήμερα
Σήμερα, ἡ πρόκληση ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ Κόντογλου παραμένει ἐπίκαιρη. Ἡ εἰκόνα ἀπειλεῖται — καὶ ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία καὶ ἀπὸ τὸν συμβιβασμό — κάθε φορὰ ποὺ ξεχνᾶμε τί εἶναι: ὄχι διακοσμητικὸ στοιχεῖο ναοῦ, ἀλλὰ θεολογικὴ ὁμολογία γραμμένη μὲ ὕλη. Ἡ εἰκόνα προσκαλεῖ σὲ μεταμόρφωση: εἶναι ἀσκητικὴ τέχνη, ποὺ διδάσκει τὸν θεατὴ νὰ μὴν μένει στὴν αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἀλλὰ νὰ κινεῖται μέσα ἀπὸ τὴν ὁρατὴ εἰκόνα πρὸς τὸ Πρωτότυπο. Αὐτὸ δίδαξε ὁ Κόντογλου μὲ τὴ ζωή, τὴ ζωγραφική του καὶ τὸν γραπτό του λόγο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θυμᾶται τέτοιους ἀνθρώπους — αὐτοὺς ποὺ κράτησαν ἕναν πολιτισμὸ ἐν ζωῇ μέσα στὴν προσφυγιὰ καὶ τὴν ἀπώλεια, μόνον μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴν ἀλήθεια.