Η λέξη «ευγονική» σημαίνει κατά λέξη «καλή γέννηση». Στον 19ο και 20ό αιώνα έγινε επιστημονικό και πολιτικό πρόγραμμα: η βελτίωση του ανθρώπινου γένους με την επιλογή των «κατάλληλων» και τον αποκλεισμό των «ακατάλληλων». Στο όνομά της επιβλήθηκαν υποχρεωτικές στειρώσεις, και στη ναζιστική της ακραία μορφή οδήγησε στην εξόντωση χιλιάδων αναπήρων και ασθενών. Σήμερα η ίδια λογική επιστρέφει με ηπιότερο πρόσωπο και νέα εργαλεία: προγεννητικός έλεγχος που καταλήγει σε επιλεκτική άμβλωση, επιλογή εμβρύων κατά τη γονιμοποίηση, υπόσχεση «παιδιών κατά παραγγελία». Η ερώτηση παραμένει η ίδια: μπορεί ο άνθρωπος να κρίνει ποια ζωή αξίζει να υπάρξει;
Ο άνθρωπος ως πρόσωπο, από τη σύλληψη
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απαντά ξεκινώντας όχι από τη χρησιμότητα αλλά από την ταυτότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα» Θεού (Γέν. 1:27), και η εικόνα αυτή δεν εξαρτάται από την υγεία, τις ικανότητες ή τα γονίδιά του. Είναι πρόσωπο — μοναδικό, ανεπανάληπτο, γνωστό και αγαπημένο από τον Θεό πριν ακόμη μορφοποιηθεί στη μήτρα: «τὸ ἀκατέργαστόν μου εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί σου» (Ψαλμ. 138:16), «πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε» (Ιερ. 1:5).
Αν λοιπόν το πρόσωπο δίνεται από τον Θεό και όχι από κάποια μετρήσιμη ποιότητα, τότε κανένα κριτήριο «αρτιότητας» δεν μπορεί να του αφαιρέσει την αξία ή το δικαίωμα στη ζωή. Όπως αναπτύσσεται και στο κείμενο «Αμβλώσεις και Πρόσωπο», ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ «δυνητικό» πρόσωπο που γίνεται πραγματικό όταν φτάσει σε ένα επίπεδο· είναι εξ αρχής πρόσωπο με δυνατότητες, ακόμη κι αν αυτές δεν πραγματωθούν ποτέ.
Η πλάνη της «ποιότητας ζωής»
Η ευγονική κρίνει τις ζωές με βάση μια μετρήσιμη «ποιότητα» και απορρίπτει όσες υπολείπονται. Αυτό βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός δεν αναζήτησε τους ισχυρούς και τους άρτιους, αλλά πλησίασε τους λεπρούς, τους τυφλούς, τους παραλύτους, τους «ελαχίστους». Μπροστά στον εκ γενετής τυφλό, οι μαθητές ρώτησαν ποιανού η αμαρτία προκάλεσε την αναπηρία· ο Κύριος απάντησε ότι ούτε εκείνος ούτε οι γονείς του αμάρτησαν, «ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ιω. 9:3). Η ασθένεια και η αδυναμία δεν είναι, για την Εκκλησία, λόγος απόρριψης, αλλά τόπος όπου φανερώνεται η δύναμη του Θεού: «ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12:9).
Όταν μια κοινωνία μαθαίνει να βλέπει τον ασθενή ή τον ανάπηρο ως «βάρος» ή ως «λάθος» που πρέπει να αποτραπεί, δεν προστατεύει την υγεία της· χάνει την ίδια της την ανθρωπιά. Γιατί το μέτρο μιας κοινωνίας δεν είναι πώς μεταχειρίζεται τους δυνατούς, αλλά πώς υποδέχεται τους πιο αδύναμους.
Θεραπεία ναι, επιλογή προσώπων όχι
Η Εκκλησία δεν είναι εχθρός της ιατρικής — αντιθέτως, τιμά τον Χριστό ως ιατρό ψυχών και σωμάτων και ευλογεί κάθε γνήσια προσπάθεια θεραπείας. Εδώ βρίσκεται και η κρίσιμη διάκριση. Άλλο πράγμα είναι να θεραπεύσεις μια αρρώστια και άλλο να εξαλείψεις τον άρρωστο· άλλο να φροντίσεις ένα πρόσωπο και άλλο να το επιλέξεις ή να το απορρίψεις. Η γονιδιακή ιατρική που υπηρετεί τη ζωή του ασθενούς κινείται στον χώρο της φιλανθρωπίας· η επιλογή και η καταστροφή εμβρύων με «ανεπιθύμητα» χαρακτηριστικά είναι, με τη γλώσσα της κανονικής παράδοσης, αφαίρεση ανθρώπινης ζωής — και ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει την καταστροφή του εμβρύου φόνο, χωρίς διακρίσεις σταδίων (Κανών Β΄). Η ίδια αρχή φωτίζει και το ζήτημα της έκτρωσης, όπως αναλύεται στο «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι αμβλώσεις».
Λόγος αλήθειας και φιλανθρωπίας
Η θέση αυτή δεν στρέφεται εναντίον των γονιών που βρίσκονται μπροστά σε μια δύσκολη διάγνωση και κουβαλούν αγωνία, φόβο και μοναξιά. Η Εκκλησία δεν τους κατακρίνει· τους αγκαλιάζει, τους στηρίζει και καλεί όλους μας σε μια κουλτούρα υποδοχής, όπου το κάθε παιδί — άρτιο ή ασθενικό — είναι ευπρόσδεκτο. Απέναντι στο όνειρο του «τέλειου ανθρώπου» που σχεδιάζουμε εμείς, η Ορθοδοξία αντιπροτείνει τον αληθινό άνθρωπο που αγαπά ο Θεός: όχι τον δυνατό και τον άμεμπτο, αλλά τον κάθε άνθρωπο, που φέρει ακέραιη την εικόνα Του από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Και αυτή τη μαρτυρία την προσφέρει, όπως πάντα, «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α΄ Πέτρ. 3:15).