Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως δεν είναι μια επιστημονική περιγραφή της κοσμογονίας, αλλά θεολογική αποκάλυψη: ο κόσμος δεν υπάρχει από μόνος του, ούτε είναι θεός, αλλά δημιουργήθηκε από τον Θεό «ἐν ἀρχῇ». Στο τέλος της δημιουργίας, αφού πλάστηκε ο άνθρωπος, ο Θεός είδε «τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. 1,31). Ο Μέγας Βασίλειος, στην Εξαήμερο, εξηγεί ότι αυτό το «καλὸν λίαν» δεν είναι απλώς αισθητική κρίση, αλλά μαρτυρία της θείας αγάπης και της αρχικής αρμονίας της κτίσεως.

Δημιουργία από το μηδέν

Η Γένεση αρχίζει με τη φράση «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Γέν. 1,1). Δεν υπήρχε προϋπάρχουσα ύλη, την οποία ο Θεός διαμόρφωσε, όπως πίστευαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Ο κόσμος καλείται από το μηδέν στην ύπαρξη με τον λόγο του Θεού: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Αυτό σημαίνει ότι η κτίση είναι δώρο της ελευθερίας και της αγάπης του Θεού, όχι ανάγκη ή προέκταση της θείας ουσίας.

Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι η δημιουργία δεν είναι αυτονόητη· ο Θεός δημιούργησε «θέλων», δηλαδή από αγαθότητα, και όχι εξ ανάγκης. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει αρχή, ενώ ο Θεός είναι άναρχος. Η διάκριση αυτή προφυλάσσει από κάθε μορφή πανθεϊσμού: ο κόσμος δεν είναι θεός, αλλά δημιούργημα που φανερώνει τη σοφία του Δημιουργού.

Το «καλὸν λίαν» ως αρχική αρμονία

Σε κάθε στάδιο της δημιουργίας ο Θεός «εἶδεν ὅτι καλόν». Μετά την πλάση του ανθρώπου, όμως, η κρίση γίνεται εντονότερη: «καλὰ λίαν». Ο Μέγας Βασίλειος εξηγεί ότι το «λίαν» αναφέρεται στην ολοκλήρωση: η δημιουργία έφτασε στον σκοπό της, που είναι ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού. Όλα τα έργα του Θεού, καθένα στον βαθμό του, είναι καλά· το σύνολο είναι «καλὸν λίαν» γιατί αποτελεί ένα αρμονικό σύνολο.

Το κακό δεν υπάρχει στη φύση των κτισμάτων· δεν είναι δημιούργημα του Θεού. Εισέρχεται αργότερα ως στέρηση του αγαθού, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης απομάκρυνσης των λογικών όντων από τον Θεό. Η αρχική κτίση, λοιπόν, δεν είναι ένοχη ούτε φθαρμένη, αλλά πλασμένη για την κοινωνία με τον Θεό.

Η χριστολογική ανάγνωση της δημιουργίας

Η Εκκλησία διαβάζει την Εξαήμερο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αρχίζει το Ευαγγέλιό του με την ίδια φράση: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος… πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο». Ο Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, είναι ο δημιουργός του κόσμου. Το φως της πρώτης ημέρας τυπολογικά εικονίζει το αληθινό φως, τον Χριστό, που έρχεται στον κόσμο να φωτίσει κάθε άνθρωπο.

Αλλά και το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν στη δημιουργία: «πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος». Έτσι η δημιουργία είναι έργο της Αγίας Τριάδος. Η αρχική καλοσύνη της κτίσεως αποκαθίσταται και ολοκληρώνεται στην Εκκλησία, τη νέα δημιουργία εν Χριστώ, μέσα από το βάπτισμα και την ευχαριστία.

Η θέση της στη λατρεία και τη ζωή

Η Εκκλησία αναγινώσκει το βιβλίο της Γενέσεως στους Εσπερινούς της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ακριβώς για να θυμίσει στους πιστούς την αρχή της ιστορίας της σωτηρίας. Η δημιουργία του κόσμου δεν είναι απλώς παρελθόν· είναι η βάση της πίστης στον Θεό ως Δημιουργό και Πατέρα. Το «καλὸν λίαν» σημαίνει ότι ο υλικός κόσμος, το σώμα, η φύση, δεν είναι κακά· είναι δώρα που καλούμαστε να χρησιμοποιούμε ευχαριστιακά και να μεταμορφώνουμε.

Ο χριστιανός, λοιπόν, δεν απορρίπτει τον κόσμο, αλλά τον σέβεται ως δημιούργημα του Θεού, τον προστατεύει και τον προσφέρει πίσω στον Δημιουργό. Η Εξαήμερος του Μεγάλου Βασιλείου παραμένει οδηγός για την ορθόδοξη θεώρηση της κτίσεως: ο κόσμος είναι «καλὸς λίαν» γιατί ο Θεός τον αγάπησε και τον προόρισε για την αιώνια κοινωνία μαζί Του.

Κείμενο: Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο (Γένεσις 1) στον Ορθόδοξο Κόμβο: Γένεσις 1