Η σχέση της Εκκλησίας με το κράτος στον οικονομικό τομέα έχει διαμορφωθεί μέσα από μία μακρά και συχνά επώδυνη ιστορική διαδικασία. Το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της μισθοδοσίας του κλήρου δεν είναι μόνο οικονομικό ούτε μόνο πολιτικό — φέρει μέσα του τις μνήμες διαλύσεων, απαλλοτριώσεων και έντονων θεσμικών τριβών. Μια νηφάλια προσέγγιση απαιτεί να ανατρέξουμε στα ίδια τα γεγονότα, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα.
Η δραματική απαρχή: η διάλυση των μονών επί Αντιβασιλείας (1833–1834)
Με την άφιξη της Αντιβασιλείας του Όθωνα —στην οποία ο Γεωργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο— το νεοπαγές ελληνικό κράτος υιοθέτησε μια ριζοσπαστική πολιτική ελέγχου της Εκκλησίας. Το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 διέταξε το κλείσιμο όλων των ανδρικών μονών που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς ή είχαν εγκαταλειφθεί. Πρόκειται για περίπου 410 μονές (σύμφωνα με άλλες πηγές 416), αριθμός που αντιστοιχούσε στη συντριπτική πλειονότητα του τότε μοναχικού δυναμικού. Μέσα σε λίγους μήνες, ένα δεύτερο Διάταγμα (25 Φεβρουαρίου 1834) περιόρισε δραστικά και τα γυναικεία μοναστήρια: από 18 που υπήρχαν, επετράπη να λειτουργούν μόνον 3.
Καθοριστική υπήρξε η τύχη της μοναστηριακής περιουσίας. Ολόκληρη η γη, τα κτίρια και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των διαλυθεισών μονών πέρασαν, χωρίς καμία αποζημίωση, στο νεοσυσταθέν «Εκκλησιαστικό Ταμείο». Ως το 1858 είχαν απομείνει περίπου 148 ανδρικές μονές και μόλις 4 γυναικείες. Η πράξη αυτή αποτελεί την αρχή μιας μακράς σειράς εκποιήσεων, που κατά την εκτίμηση της Εκκλησίας οδήγησε διαχρονικά στην απώλεια του 96% περίπου της γης που κατείχε πριν την Επανάσταση.
Οι θεσμικοί σταθμοί: από το Γενικό Ταμείο στον ΟΔΕΠ (1909–1930)
Ο οικονομικός εναγκαλισμός της Εκκλησίας από την Πολιτεία συνεχίστηκε και οργανώθηκε νομικά τον 20ό αιώνα. Με τον Νόμο 3414 του 1909 συστάθηκε το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που συγκέντρωσε τα έσοδα από την εκκλησιαστική περιουσία, ελεγχόμενο στενά από την κυβέρνηση. Η ύπαρξή του αντανακλούσε τη λογική ότι η Εκκλησία δεν μπορούσε να διαχειρίζεται μόνη της τα οικονομικά της, μια αντίληψη που κυριάρχησε έως τα μέσα του αιώνα.
Ένα δεύτερο σημαντικό βήμα έγινε το 1930 με τον Νόμο 4684, ο οποίος ίδρυσε τον Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ). Το νέο αυτό σώμα ανέλαβε την «αξιοποίηση» της ακίνητης περιουσίας —στην πράξη, συχνά την εκποίησή της— με σκοπό, τυπικά, την ενίσχυση των εκκλησιαστικών έργων. Στην πραγματικότητα, οι αποφάσεις του ΟΔΕΠ ελάχιστα λάμβαναν υπόψη την εκκλησιαστική αυτονομία και κάλυπταν πρωτίστως δημοσιονομικές ανάγκες του κράτους. Ο ΟΔΕΠ παραμένει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα κεφάλαια στις σχέσεις Εκκλησίας–Πολιτείας.
Η μισθοδοσία του κλήρου περνά στον κρατικό προϋπολογισμό (1945–1952)
Η μεταφορά της μισθοδοσίας του ενοριακού κλήρου στο κράτος προηγήθηκε της πολύκροτης Σύμβασης του 1952. Ήδη από το 1945, με τη Συντακτική Πράξη 536, η δαπάνη για τους μισθούς των ιερέων εγγράφηκε στον τακτικό προϋπολογισμό. Το μέτρο ελήφθη μέσα στη μεταπολεμική ένδεια, όταν οι ενοριακές πρόσοδοι είχαν καταρρεύσει και ο κλήρος κινδύνευε με οικονομικό αφανισμό. Η προσωρινή αυτή λύση, ωστόσο, δεν ανακλήθηκε ποτέ.
Η Σύμβαση του 1952 (κυρωθείσα με αναγκαστικό νόμο) ήρθε να τακτοποιήσει εκ των υστέρων την κατάσταση. Επιβεβαίωσε την κρατική υποχρέωση μισθοδοσίας του κλήρου και, ταυτόχρονα, κήρυξε «οριστική» την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής γης που είχε ήδη συντελεστεί. Είναι ουσιώδες να σημειωθεί ότι το ευρέως διακινούμενο ποσοστό του 96% δεν αποτελεί όρο της Σύμβασης, αλλά εκτίμηση της ίδιας της Εκκλησίας για τη σωρευτική απώλεια περιουσίας σε βάθος 120 ετών. Έκτοτε, το κράτος καταβάλλει ανελλιπώς τον μισθό των κληρικών.
Από την απόπειρα του νόμου Τρίτση (1987) στην προσφυγή στο Στρασβούργο
Η δεκαετία του 1980 σημαδεύτηκε από μια νέα κορύφωση της διαμάχης. Ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνης Τρίτσης εισηγήθηκε τον Νόμο 1700/1987, ο οποίος επιχείρησε να θέσει το σύνολο της εκκλησιαστικής περιουσίας υπό έναν εξονυχιστικό κρατικό έλεγχο, δίνοντας στο Δημόσιο τη δυνατότητα να διαχειρίζεται ακόμη και μη αξιοποιημένα μοναστηριακά κτήματα. Η αντίδραση της Εκκλησίας υπήρξε σφοδρότατη, οδηγώντας σε μαζικές κινητοποιήσεις και ανοιχτή ρήξη. Στην πράξη, ο νόμος ουδέποτε εφαρμόστηκε. Έναν χρόνο αργότερα, ο Νόμος 1811/1988 αποκλιμάκωσε την ένταση, αφήνοντας ωστόσο ορατά τα ίχνη της σύγκρουσης.
Η πιο ηχηρή δικαστική δικαίωση της εκκλησιαστικής πλευράς ήρθε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Το 1994, οκτώ μονές που είχαν προσφύγει δικαιώθηκαν, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους στην ιδιοκτησία. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε διπλωματική και νομική ήττα για το ελληνικό κράτος και δημιούργησε δεδικασμένο που προστατεύει την εκκλησιαστική γη από αυθαίρετους κρατικούς σχεδιασμούς.
Το ισχύον καθεστώς: πρόσωπα, ποσά και θεσμικά παράδοξα
Σήμερα, η κατάσταση παραμένει δαιδαλώδης. Στην κρατική μισθοδοσία εντάσσονται περίπου 10.000 πρόσωπα: όχι μόνον οι ιερείς και οι επίσκοποι, αλλά και το βοηθητικό προσωπικό των ενοριών (νεωκόροι, ψάλτες οργανικών θέσεων κ.ά.). Το συνολικό ετήσιο κόστος ανέρχεται περίπου σε 200 εκατομμύρια ευρώ, βάσει των διαθέσιμων δημόσιων στοιχείων του 2018.
Ένα κρίσιμο σημείο συχνά παρανοείται: οι κληρικοί αμείβονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν προσλαμβάνονται, δεν αξιολογούνται και δεν ελέγχονται πειθαρχικά από το κράτος, αλλά από την Εκκλησία βάσει των ιερών κανόνων. Αυτή η ιδιότυπη σχέση δημιουργεί ένα νομικό sui generis στο οποίο ακριβώς τροφοδοτείται η διαρκής συζήτηση: πρόκειται για αποζημίωση (αντιπαροχή) προς την Εκκλησία για την περιουσία που της αφαιρέθηκε βιαίως, ή για μια προνομιακή κρατική επιδότηση που δεν δικαιολογείται πλέον;
Η συμφωνία Τσίπρα–Ιερωνύμου (2018): μια χαμένη ευκαιρία;
Το 2018, εν μέσω οικονομικής κρίσης και διαρκών πιέσεων για εξορθολογισμό των δαπανών, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β´ ανακοίνωσαν μια συμφωνία-πλαίσιο που προέβλεπε την έξοδο των κληρικών από την άμεση κρατική μισθοδοσία. Σύμφωνα με το σχέδιο, θα συστηνόταν ένα ειδικό ταμείο (με εκκλησιαστική και κρατική εκπροσώπηση), το οποίο θα λάμβανε μια ετήσια, σταθερή κρατική επιχορήγηση (συνδεδεμένη με το τότε μισθολογικό κόστος) και θα αναλάμβανε την καταβολή των μισθών. Επιπλέον, η συμφωνία προέβλεπε ρυθμίσεις για εκκρεμείς περιουσιακές διαφορές.
Η Ιεραρχία, ωστόσο, απέρριψε το σχέδιο σχεδόν ομόφωνα, θεωρώντας ότι η προτεινόμενη επιχορήγηση δεν θα επαρκούσε μακροπρόθεσμα και ότι ο κρατικός έλεγχος θα παρέμενε ασφυκτικός. Η κατάρρευση των συνομιλιών έδειξε με σαφήνεια το βάθος της δυσπιστίας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις θεσμικές σχέσεις.
Η δημόσια διαμάχη: δύο αφηγήσεις σε αντιπαράθεση
Στον δημόσιο λόγο, το ζήτημα διατυπώνεται συνήθως μέσα από δύο οπτικές. Η πρώτη τονίζει ότι σε μια εποχή λιτότητας, τα 200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως που βαρύνουν τον φορολογούμενο (ανεξαρτήτως θρησκεύματος) συνιστούν ένα αδικαιολόγητο προνόμιο. Υπογραμμίζεται ότι η Εκκλησία διαθέτει ακόμη σημαντική ακίνητη περιουσία, από την οποία θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της.
Η δεύτερη οπτική υπενθυμίζει ότι το κράτος υποχρεώθηκε να μισθοδοτεί τον κλήρο ακριβώς επειδή αφαίρεσε αναποζημίωτα τη μεγαλύτερη μερίδα της εκκλησιαστικής γης — μια υποχρέωση που αναγνωρίστηκε και διεθνώς, όπως το 1994. Κατ’ αυτήν, δεν πρόκειται για επιδότηση, αλλά για αντιπαροχή, και η μονομερής της κατάργηση θα συνιστούσε αθέτηση ιστορικής οφειλής.
Και οι δύο θέσεις εδράζονται σε πραγματικά δεδομένα, αν και ερμηνεύοντάς τα διαφορετικά. Η ουσιαστική συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει όσο οι δύο πλευρές αρνούνται να αναγνωρίσουν τον πυρήνα αλήθειας της άλλης.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Το οικονομικό ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της μισθοδοσίας του κλήρου είναι ουσιωδώς ένα ιστορικό και νομικό πρόβλημα, που απαιτεί ειλικρίνεια και από τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία δεν είναι μια απλή νομική οντότητα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός με πνευματική αποστολή, που καλείται να διακονεί τον λαό «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α´ Πέτρ. 3,15-16). Η Πολιτεία, από τη μεριά της, οφείλει να σέβεται την ιστορία και να αναζητεί λύσεις που συνάδουν με τη δικαιοσύνη. Ίσως η απάντηση βρίσκεται όχι σε μια νέα σύγκρουση, αλλά σε μια νηφάλια, τεκμηριωμένη συνεννόηση που θα αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αμφοτέρων.