Ο Προφήτης Μωυσής κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση ιδιαίτερη θέση: δεν είναι μόνο νομοθέτης και ηγέτης, αλλά κατεξοχήν «θεόπτης». Η πείρα του στο Σινά έγινε για τους Πατέρες οδός ερμηνείας της θεογνωσίας.

Η αίτηση του Μωυσή

Στο βιβλίο της Εξόδου ο Μωυσής ζητά: «Δεῖξόν μοι τὴν σεαυτοῦ δόξαν» (Ἐξ. 33,18). Ο Θεός απαντά: «Οὐδεὶς ὄψεται τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Ἐξ. 33,20), τοποθετώντας τον στην οπή της πέτρας για να δει «τὰ ὀπίσω» του. Οι Πατέρες βλέπουν εδώ όχι στέρηση αλλά φανέρωση της ακτίστου δόξης μέσα στα μέτρα της κτιστής φύσης.

Ο γνόφος και η ακατάληπτη ουσία

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον «Περί του βίου Μωϋσέως», ερμηνεύει την ανάβαση στο όρος ως τυπολογία της πνευματικής πορείας. Ο Μωυσής εισέρχεται στον γνόφο όπου βρίσκεται ο Θεός· ο γνόφος αυτός είναι η υπέρλαμπρη ακαταληψία της θείας ουσίας. Κάθε ανθρώπινη έννοια καταργείται και η ψυχή οδηγείται σε γνώση που υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Η αίτηση να δει τη δόξα δεν ικανοποιείται οριστικά· ανοίγει νέο βάθος επιθυμίας.

Η θεοπτία ως αέναη πρόοδος

Η μωσαϊκή εμπειρία αποκαλείται από τον άγιο Γρηγόριο «επέκτασις»: ο άνθρωπος που γεύεται τον Θεό δεν σταματά να ποθεί. Κάθε φανέρωση γίνεται αφετηρία βαθύτερης αναζήτησης. Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την ίδια εικόνα: «ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος» (Φιλ. 3,13). Ο Μωυσής, που μίλησε με τον Θεό «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» και πάλι ζήτησε να δει τη δόξα Του, γίνεται υπόδειγμα ατέρμονης προκοπής.

Η λειτουργική μνήμη του Θεόπτη

Η Εκκλησία τιμά τον Προφήτη Μωυσή στις 4 Σεπτεμβρίου, αποκαλώντας τον στους ύμνους «θεόπτην». Η εορτή υπενθυμίζει ότι η θέα του Θεού προσφέρεται και στην ανθρώπινη φύση, όταν αυτή καθαρισθεί από τα πάθη. Στη Μεταμόρφωση του Χριστού πάνω στο Θαβώρ, ο Μωυσής εμφανίζεται δίπλα στον Ηλία ως ο θεόπτης που συνομιλεί με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο — μαρτυρία ότι η Παλαιά Διαθήκη βρίσκει την εκπλήρωσή της στο πρόσωπο του Χριστού.