Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 553 στην Κωνσταντινούπολη με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’. Συνήλθαν περίπου 165 πατέρες υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου, σε μια εποχή που ο αυτοκράτορας επιζητούσε να επουλώσει το σχίσμα με τους αντιχαλκηδονίους.

Η αιτία της συγκλήσεως

Παρά την καταδίκη του νεστοριανισμού στην Έφεσο και τη διατύπωση της χριστολογίας των δύο φύσεων στη Χαλκηδόνα, μεγάλα τμήματα της Ανατολής απέρριπταν τη Χαλκηδόνα ως κρυπτονεστοριανική. Για να αρθεί η υποψία αυτή, ο Ιουστινιανός στράφηκε εναντίον των λεγομένων «Τριών Κεφαλαίων»: του προσώπου και των έργων του Θεοδώρου Μοψουεστίας, ορισμένων συγγραμμάτων του Θεοδωρήτου Κύρου κατά του Αγίου Κυρίλλου, και της επιστολής του Ίβα Εδέσσης προς Μάρι τον Πέρση.

Το έργο της Συνόδου

Η Σύνοδος καταδίκασε τα «Τρία Κεφάλαια» ως φορείς νεστοριανικού φρονήματος, χωρίς όμως να θίξει το κύρος της Χαλκηδόνος, την οποία αντιθέτως επιβεβαίωσε, αναγιγνώσκοντάς την υπό το φως της κυρίλλειας θεολογίας. Παράλληλα καταδίκασε τις ωριγενιστικές πλάνες περί προϋπάρξεως των ψυχών και αποκαταστάσεως των πάντων. Ο πάπας Βιγίλιος, αν και αρχικά δίστασε με το «Constitutum», τελικά προσυπέγραψε τις αποφάσεις της Συνόδου.

Η ιστορική σημασία

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος ολοκλήρωσε την ερμηνεία της χριστολογίας των δύο φύσεων, δείχνοντας ότι η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος δεν αντέφασκε προς τον Άγιο Κύριλλο. Στη Δύση η καταδίκη των «Τριών Κεφαλαίων» προκάλεσε προσωρινά σχίσματα, αλλά η σύνοδος εδραίωσε την ενιαία, νεοχαλκηδόνια ομολογία που θα υπερασπιζόταν λίγες δεκαετίες αργότερα και η επόμενη Οικουμενική Σύνοδος.